Μια από τις πιο ανατριχιαστικές συνωμοσίες εγχώριας τρομοκρατίας στην ιστορία των ΗΠΑ ήρθε στο φως, με τις ομοσπονδιακές αρχές να παραπέμπουν σε δίκη οκτώ άνδρες. Η ομάδα κατηγορείται ότι σχεδίαζε μια πολύνεκρη, συντονισμένη επίθεση κατά τη διάρκεια της ιστορικής αθλητικής διοργάνωσης του UFC, «Freedom 250», που έλαβε χώρα στις 14 Ιουνίου στον προαύλιο χώρο του Λευκού Οίκου.
Το κοινό κατηγορητήριο που κατατέθηκε στο Οχάιο αποκαλύπτει ότι πρωταρχικός στόχος της οργάνωσης ήταν η δολοφονία του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, του αντιπροέδρου Τζέι Ντι Βανς, του Ισραηλινού πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου και του δισεκατομμυριούχου Ίλον Μασκ, καθώς και η πρόκληση εκατοντάδων θυμάτων ανάμεσα στους παρευρισκόμενους. Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν ποινές που ξεκινούν από τα 15 χρόνια και φτάνουν μέχρι τα ισόβια.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του FBI, η ομάδα προετοιμαζόταν πυρετωδώς από τον Μάιο, έχοντας συγκεντρώσει ένα εντυπωσιακό οπλοστάσιο από ημιαυτόματα όπλα, χιλιάδες σφαίρες, εκρηκτικά, drones, αλεξίσφαιρα και ασυρμάτους, ενώ πραγματοποιούσε τακτική στρατιωτική εκπαίδευση. Το σχέδιό τους ήταν εξαιρετικά μεθοδικό, καθώς προέβλεπε αρχικά την πυροδότηση drones γεμάτων εκρηκτικά πάνω από το πλήθος.
Οι εκρήξεις θα προκαλούσαν τυφλό πανικό, αναγκάζοντας τους θεατές και τους επίσημους προσκεκλημένους να τρέξουν προς τις εξόδους κινδύνου, όπου θα παραμονευαν κρυμμένοι ελεύθεροι σκοπευτές, έτοιμοι να εκτελέσουν τους υψηλόβαθμους στόχους και να γαζώσουν το πλήθος. Σε δεύτερη φάση, μια ομάδα κρούσης θα εκμεταλλευόταν το απόλυτο χάος για να εισβάλει στις πύλες του Λευκού Οίκου.
Η τραγωδία αποφεύχθηκε κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή, καθώς το FBI έλαβε τη σχετική πληροφορία μόλις τέσσερις ημέρες πριν από την εκδήλωση.
Ακολούθησε ένα ανθρωποκυνηγητό από το FBI και τη Secret Service σε διάφορες Πολιτείες, το οποίο ολοκληρώθηκε με τη σύλληψη και του όγδοου μέλους, του 21χρονου Τσάντλερ Σκαγκς, ο οποίος είχε στρατολογηθεί ως ελεύθερος σκοπευτής. Όπως προέκυψε, η ομάδα λειτουργούσε με αυστηρή στρατιωτική ιεραρχία και χρησιμοποιούσε την κρυπτογραφημένη εφαρμογή Signal για να ανταλλάσσει χάρτες και οδηγίες.
Η ομάδα αυτοπροσδιοριζόταν ως μια «χριστιανική» οργάνωση που ήθελε να «σώσει την Αμερική», αποτελούμενη εν μέρει από άτομα με στρατιωτικό υπόβαθρο. Είχαν ριζοσπαστικοποιηθεί στο διαδίκτυο, υιοθετώντας αντικυβερνητικές και αντισημιτικές θεωρίες συνωμοσίας για τις «διεφθαρμένες ελίτ», τη λίστα Έπστιν και το ισραηλινό λόμπι.
Σύμφωνα με τους ειδικούς, οι δράστες καθοδηγούνταν από την εξτρεμιστική ιδεολογία του «accelerationism» (επιταχυντισμός), που συνδέεται με τη λευκή υπεροχή και την άκρα δεξιά. Στόχος της θεωρίας αυτής είναι η πρόκληση μιας τόσο μεγάλης και βίαιης καταστροφής, ικανής να παραλύσει τον κρατικό μηχανισμό, να οδηγήσει στην ολική κατάρρευση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης και, τελικά, στην έκρηξη ενός φυλετικού πολέμου για την ίδρυση ενός νέου, αποκλειστικά λευκού κράτους.