Η απόκτηση του ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος S-400 δεν ήταν μια απλή εξοπλιστική αγορά, αλλά μια στρατηγική επιλογή της κυβέρνησης Ερντογάν που απομάκρυνε την Άγκυρα από τη δυτική αμυντική αρχιτεκτονική.
Αυτό εκτιμούν Τούρκοι αναλυτές, με αφορμή τη συζήτηση που πυροδότησαν οι πρόσφατες δηλώσεις του Αμερικανού Προέδρου, Ντόναλντ Τραμπ, στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ για ενδεχόμενη επιστροφή της χώρας στο πρόγραμμα των μαχητικών F-35.
Σύμφωνα με τους ειδικούς, η άποψη ότι η Τουρκία εκδιώχθηκε από τα F-35 «απλώς επειδή αγόρασε τους S-400» είναι υπεραπλουστευμένη. Το ρωσικό σύστημα λειτούργησε ως το μέσο για να εκφραστεί μια ευρύτερη πολιτική μετατόπιση της Άγκυρας, η οποία τελικά αποδυνάμωσε τη θέση της εντός του ΝΑΤΟ.
Αν η Τουρκία είχε αποφύγει αυτή την κίνηση, θα είχε παραλάβει τα πρώτα μαχητικά από το 2019, θα αποκτούσε συνολικά 100 αεροσκάφη, θα παρέμενε στην κοινοπραξία παραγωγής και δεν θα είχε υποστεί τις αμερικανικές κυρώσεις CAATSA.
Το οικονομικό κόστος αυτού του ελιγμού αποδεικνύεται δυσθεώρητο για την Άγκυρα:
- 2,5 δισ. δολάρια δαπανήθηκαν για την αγορά των S-400.
- 1,4 δισ. δολάρια είχαν ήδη προκαταβληθεί για τα F-35 που δεν παραδόθηκαν ποτέ.
- 9 δισ. δολάρια έχασε η τουρκική αμυντική βιομηχανία από συμβόλαια παραγωγής που ακυρώθηκαν.
Αν και η τουρκική κυβέρνηση παρουσιάζει το «παράθυρο» που άνοιξε ο Ντόναλντ Τραμπ ως μεγάλη διπλωματική επιτυχία, στην πραγματικότητα πρόκειται για μια προσπάθεια ανάκτησης κεκτημένων δικαιωμάτων που η ίδια η Άγκυρα απεμπόλησε.
Οι αναλυτές ξεκαθαρίζουν ότι οι πιθανότητες επιστροφής της Τουρκίας στα F-35 παραμένουν ελάχιστες όσο η χώρα διατηρεί την τρέχουσα εξωτερική της πολιτική και συντηρεί τις εντάσεις με περιφερειακούς παίκτες, όπως η Ελλάδα και το Ισραήλ.
Το F-35 δεν είναι απλώς ένα αεροσκάφος, αλλά ένα σύστημα που απαιτεί απόλυτη συμμαχική συμβατότητα, προβλεψιμότητα και υψηλό επίπεδο εμπιστοσύνης – στοιχεία που το Στέιτ Ντιπάρτμεντ και το Τελ Αβίβ γνωρίζουν καλά ότι η Άγκυρα δεν διαθέτει αυτή τη στιγμή.