Μια ιδιότυπη διατλαντική κόντρα με φόντο την παγκόσμια γεωπολιτική σκακιέρα βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη, καθώς η αγωνιώδης προσπάθεια της Ευρώπης να απεξαρτηθεί από τις κινεζικές σπάνιες γαίες προσκρούει πλέον στην οικονομική υπεροπλία των Ηνωμένων Πολιτειών.
Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας (IEA), οι περιορισμοί στις εξαγωγές που προαναγγέλλει το Πεκίνο απειλούν να προκαλέσουν παγκόσμιο οικονομικό κραδασμό, θέτοντας σε κίνδυνο παραγωγή αγαθών αξίας 6,5 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, με τις ΗΠΑ και την Ευρώπη να επωμίζονται σχεδόν το μισό αυτού του κόστους.
Ωστόσο, όπως αποκαλύπτει δημοσίευμα της Wall Street Journal, η Ουάσιγκτον κινείται τόσο επιθετικά και με τέτοια αφθονία κεφαλαίων που κινδυνεύει να αφήσει τους Ευρωπαίους συμμάχους της εντελώς έκθετους στις ορέξεις της Κίνας.
Το αμερικανικό «μπαζούκα» χρηματοδοτήσεων
Η Ουάσιγκτον κινείται με ταχύτητα για να εξασφαλίσει πρώτες ύλες απαραίτητες για την κατασκευή οπλικών συστημάτων αιχμής, δαπανώντας αστρονομικά ποσά.
Σύμφωνα με το Γαλλικό Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων, οι ΗΠΑ διοχέτευσαν περίπου 46 δισεκατομμύρια δολάσια για έργα κρίσιμων πρώτων υλών μέσα σε μια πενταετία, ποσό οκταπλάσιο από τα αντίστοιχα κονδύλια που διέθεσε η Ευρωπαϊκή Ένωση.
Αυτή η οικονομική ασυμμετρία επιτρέπει στις ΗΠΑ να προλαβαίνουν την Ευρώπη και να «κλειδώνουν» στρατηγικές συμφωνίες παγκοσμίως. Για παράδειγμα, Ευρωπαίοι αξιωματούχοι βρέθηκαν προ εκπλήξεως στη Βραζιλία, όταν διαπίστωσαν ότι αμερικανικά κεφάλαια είχαν ήδη εξαγοράσει το σύνολο της παραγωγής της Serra Verde, κορυφαίας εταιρείας σπανίων γαιών, έως το 2030.
Παράλληλα, οι ΗΠΑ έχουν εξασφαλίσει προνομιακή πρόσβαση στο κοβάλτιο της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό αλλά και στον ορυκτό πλούτο της Ουκρανίας.
Ακόμη και ευρωπαϊκές εταιρείες επεξεργασίας, όπως η Pensana, αναγκάζονται να αλλάξουν τα πλάνα τους και να μεταφέρουν τις επενδύσεις τους σε αμερικανικό έδαφος προκειμένου να εξασφαλίσουν τις παχυλές κρατικές επιδοτήσεις της Ουάσιγκτον.
Αυτή η επιθετική στρατηγική χαρακτηρίζεται από παράγοντες της αγοράς ως «φίλια πυρά» που στερούν από την Ευρώπη ζωτικούς πόρους. Παρά το γεγονός ότι οι δύο πλευρές υπέγραψαν μνημόνιο συνεργασίας για τις πρώτες ύλες, στις Βρυξέλλες υπάρχει έντονος σκεπτικισμός, καθώς θεωρείται βέβαιο ότι σε περίπτωση παγκόσμιας έλλειψης, η αμερικανική κυβέρνηση θα δώσει αναπόφευκτα προτεραιότητα στις δικές της εγχώριες ανάγκες.
Αντίλογος και οι κινήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Υπάρχει πάντως και η αντίθετη άποψη που υποστηρίζει ότι η δημιουργία μιας ισχυρής δυτικής εφοδιαστικής αλυσίδας εκτός Κίνας θα ωφελήσει τελικά και την Ευρώπη, μέσω της θωράκισης θυγατρικών εταιρειών που εδρεύουν σε ευρωπαϊκό έδαφος, όπως η γερμανική Vacuumschmelze.
Από την πλευρά της, η ΕΕ προσπαθεί να αντιδράσει σχεδιάζοντας έναν χρηματοδοτικό μηχανισμό 3 δισεκατομμυρίων ευρώ, προωθώντας πιλοτικά προγράμματα δημιουργίας αποθεμάτων και συνάπτοντας στρατηγικές συμμαχίες με χώρες όπως ο Καναδάς, η Νορβηγία και η Νότια Αφρική. Ο μεγάλος στόχος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το 2030 είναι η ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής, ώστε καμία τρίτη χώρα να μην καλύπτει πάνω από το 65% των ετήσιων αναγκών της Ένωσης σε στρατηγικά ορυκτά.