Σε μια απροσδόκητη κίνηση, ο Ντόναλντ Τραμπ επανέφερε στο προσκήνιο τους ισχυρισμούς του περί αλλοίωσης του αποτελέσματος των προεδρικών εκλογών του 2020.
Κατά τη διάρκεια μιας 25λεπτης ομιλίας από τον Λευκό Οίκο, ο Αμερικανός πρόεδρος υποστήριξε ότι το εκλογικό σύστημα των ΗΠΑ παραμένει ευάλωτο σε εξωτερικές παρεμβάσεις και παράτυπες εγγραφές, επιδιώκοντας παράλληλα να συσπειρώσει τους υποστηρικτές του γύρω από το νομοσχέδιο «SAVE America Act», το οποίο απαιτεί την υποχρεωτική επίδειξη εγγράφων υπηκοότητας για την εγγραφή στους εκλογικούς καταλόγους.
Βασιζόμενος σε μη αξιολογημένα στοιχεία των μυστικών υπηρεσιών, ο Τραμπ κατηγόρησε ευθέως την Κίνα για μια πρωτοφανή κυβερνοεπίθεση, ισχυριζόμενος ότι το Πεκίνο υπέκλεψε τα δεδομένα 220 εκατομμυρίων Αμερικανών ψηφοφόρων με σκοπό τη δημιουργία πλαστών ψηφοδελτίων υπέρ του Τζο Μπάιντεν.
Επιπλέον, εξαπέλυσε βέλη κατά του λεγόμενου «βαθέος κράτους», υποστηρίζοντας ότι οι υπηρεσίες πληροφοριών του απέκρυψαν κρίσιμα έγγραφα κατά την πρώτη του θητεία. Με αυτόν τον τρόπο, πάντως, απαλλάσσει από τις ευθύνες τη δική του τότε κυβέρνηση, συμπεριλαμβανομένου του σημερινού διευθυντή της CIA, Τζον Ράτκλιφ.
Οι αντιφάσεις και τα αντίδοτα των αναλυτών
Οι ισχυρισμοί του προέδρου προσκρούουν στις επίσημες εκθέσεις των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών, οι οποίες ξεκαθαρίζουν ότι δεν υπήρξε καμία ξένη παρέμβαση που να αλλοίωσε το τεχνικό σκέλος της ψηφοφορίας ή της καταμέτρησης.
Παράλληλα, ειδικοί επισημαίνουν ότι η πρόσβαση σε εκλογικούς καταλόγους δεν αποτελεί απόδειξη νοθείας, καθώς τα στοιχεία αυτά είναι δημόσια διαθέσιμα σε πολλές πολιτείες για λόγους διαφάνειας. Επιπλέον, τα ίδια τα έγγραφα που παρουσίασε ο Λευκός Οίκος προσφέρουν μια σαφώς πιο μετριοπαθή εικόνα για τον ρόλο της Κίνας από αυτήν που περιέγραψε ο Τραμπ.
Στο στόχαστρο του Αμερικανού προέδρου βρέθηκαν και οι παράνομοι μετανάστες, καθώς ισχυρίστηκε ότι σχεδόν 278.000 εξ αυτών βρίσκονται εγγεγραμμένοι στους εκλογικούς καταλόγους κρίσιμων πολιτειών. Αν και δεν παρουσίασε αποδείξεις ότι οι άνθρωποι αυτοί πράγματι ψήφισαν, ζήτησε τη συνεργασία των τοπικών αρχών για την εκκαθάριση των καταλόγων, μια κίνηση που οι Δημοκρατικοί ερμηνεύουν ως προσπάθεια αλλοίωσης του εκλογικού σώματος υπέρ των Ρεπουμπλικανών.
Οργανώσεις δικαιωμάτων υπενθυμίζουν ότι η εγγραφή σε τέτοιους καταλόγους είναι το τελευταίο πράγμα που θα έκανε ένας μετανάστης χωρίς έγγραφα, καθώς έτσι θα πρόδιδε την παρουσία του στις αρχές.
Τέλος, ο Τραμπ προειδοποίησε για «σοκαριστικές ευπάθειες» των συστημάτων απέναντι σε κυβερνοαπειλές. Η ρητορική του αυτή, ωστόσο, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις αποφάσεις της κυβέρνησής του να προχωρήσει σε περικοπές στην Υπηρεσία Κυβερνοασφάλειας (CISA) και να περιορίσει τον ρόλο της διακομματικής Επιτροπής Εκλογικής Βοήθειας.
Η εμμονή του Τραμπ στο αφήγημα των «κλεμμένων εκλογών» προκαλεί εσωκομματικούς τριγμούς εν όψει των επόμενων αναμετρήσεων. Ενώ το στενό του επιτελείο θεωρεί ότι η στρατηγική αυτή συσπειρώνει τη σκληρή εκλογική του βάση, κορυφαίοι Ρεπουμπλικανοί στρατηγικοί αναλυτές και δημοσκόποι προειδοποιούν ότι η τακτική αυτή απωθεί τους κρίσιμους αναποφάσιστους ψηφοφόρους (swing voters), οι οποίοι, σύμφωνα με ποιοτικές έρευνες, κουράζονται και αντιδρούν αρνητικά όταν ακούν ξανά τις ίδιες καταγγελίες.