Ένα αεροπορικό μυστήριο που παρέμενε άλυτο για περισσότερα από 70 χρόνια φαίνεται πως βρίσκει πλέον απάντηση, καθώς ερευνητική ομάδα εντόπισε στον βυθό του Ατλαντικού τα συντρίμμια της πτήσης 526A της Pan American World Airways, η οποία είχε χαθεί το 1952.
Το αεροσκάφος εντοπίστηκε στις 2 Ιουνίου, σε βάθος περίπου 600 μέτρων και σε απόσταση οκτώ χιλιομέτρων από τις ακτές του Σαν Χουάν στο Πουέρτο Ρίκο. Η ανακάλυψη έγινε με τη χρήση αυτόνομου υποβρύχιου οχήματος, εξοπλισμένου με σόναρ και κάμερες υψηλής ανάλυσης, το οποίο σάρωσε επί ημέρες τον θαλάσσιο πυθμένα της περιοχής.
Στις πρώτες εικόνες διακρίνονται καθαρά το λογότυπο της Pan Am, τμήματα της ατράκτου, το σύστημα προσγείωσης και τα παράθυρα της καμπίνας, ενώ σημαντικά τμήματα του αεροσκάφους διατηρούνται σε εντυπωσιακά καλή κατάσταση.
Το χρονικό της τραγωδίας
Η πτήση, γνωστή ως «Easter Special», είχε απογειωθεί από το Σαν Χουάν με προορισμό τη Νέα Υόρκη τη Μεγάλη Παρασκευή, στις 11 Απριλίου 1952.
Λιγότερο από εννέα λεπτά μετά την απογείωση, δύο από τους τέσσερις κινητήρες του αεροσκάφους τύπου Douglas DC-4 τέθηκαν εκτός λειτουργίας. Ο κυβερνήτης επιχείρησε να επιστρέψει στο αεροδρόμιο, ωστόσο η συνεχής απώλεια ύψους τον υποχρέωσε να πραγματοποιήσει αναγκαστική προσθαλάσσωση στον Ατλαντικό.
Αν και αρχικά και οι 69 επιβαίνοντες επέζησαν της πρόσκρουσης, λίγα λεπτά αργότερα το πίσω τμήμα του αεροσκάφους αποκολλήθηκε και η άτρακτος άρχισε να βυθίζεται.
Στη συνέχεια επικράτησε πανικός, με αποτέλεσμα η εκκένωση να μην πραγματοποιηθεί ομαλά. Πολλοί επιβάτες παρέμειναν δεμένοι στις θέσεις τους, αγνοώντας τις οδηγίες του πληρώματος, ενώ η θαλασσοταραχή και ο φόβος για καρχαρίες οδήγησαν αρκετούς να παραμείνουν εντός της καμπίνας.
Συνολικά 52 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, κυρίως από πνιγμό, ενώ 39 σοροί δεν εντοπίστηκαν ποτέ. Το δυστύχημα άφησε ισχυρό αποτύπωμα στην ιστορία της πολιτικής αεροπορίας και συνέβαλε σε σημαντικές αλλαγές στους κανόνες ασφαλείας των πτήσεων.
«Μείναμε άφωνοι»
«Όταν είδαμε τις πρώτες εικόνες, μείναμε άφωνοι», δήλωσε ο παρουσιαστής Τζος Γκέιτς, ο οποίος συμμετείχε στην αποστολή.
«Μου κόπηκε η ανάσα. Το αεροσκάφος είναι τόσο καλά διατηρημένο, και το να βλέπεις το αλουμίνιο να αντανακλά το φως στον πυθμένα της θάλασσας ήταν πραγματικά συγκλονιστικό», ανέφερε.
Καθοριστικό ρόλο στην επιχείρηση είχε ο μη κερδοσκοπικός οργανισμός Air/Sea Heritage Foundation, με τον πρόεδρο και συνιδρυτή του, Ρας Μάθιους, να κάνει λόγο για μια πολυετή προσπάθεια.
Όπως εξήγησε, το μεγάλο βάθος στο οποίο βρισκόταν το αεροσκάφος καθιστούσε αδύνατη την προσέγγιση από δύτες, ενώ οι δυσμενείς καιρικές συνθήκες και η πανδημία του κορωνοϊού καθυστέρησαν σημαντικά την έρευνα.
Το αυτόνομο υποβρύχιο όχημα πραγματοποίησε σχεδόν 30 αποστολές στην περιοχή, καταγράφοντας περισσότερες από 350.000 φωτογραφίες.
Η ερευνητική ομάδα διευκρίνισε ότι δεν προτίθεται να προχωρήσει σε ανέλκυση των συντριμμιών ή σε αναζήτηση ανθρώπινων λειψάνων, αντιμετωπίζοντας το σημείο ως χώρο ιστορικής μνήμης.