Σε φάση εξαιρετικά επικίνδυνης κλιμάκωσης εισέρχεται η παγκόσμια ενεργειακή αγορά, καθώς οι Χούθι επέβαλαν αποκλεισμό στα σαουδαραβικά δεξαμενόπλοια στο στενό Μπαμπ ελ-Μαντέμπ.
Η εξέλιξη αυτή εξουδετερώνει την κύρια εναλλακτική διαδρομή που χρησιμοποιούσε το Ριάντ μέσω του λιμανιού Γιανμπού στη δυτική ακτή, επιδεινώνοντας δραματικά το αδιέξοδο που είχε ήδη προκληθεί από το κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ.
Η αναγκαστική εκτροπή των πλοίων γύρω από την Αφρική —μέσω της Διώρυγας του Σουέζ και της Μεσογείου— προσθέτει τουλάχιστον τέσσερις εβδομάδες επιπλέον ταξιδιού, διπλασιάζοντας τον χρόνο μεταφοράς προς την Ασία και εκτοξεύοντας τα ναύλα και τα ασφάλιστρα.
Παράλληλα, τα μεγαλύτερα δεξαμενόπλοια υποχρεώνονται σε πολυδάπανες διαδικασίες μερικής εκφόρτωσης σε αγωγούς για να διασχίσουν τη διώρυγα, γεγονός που προκαλεί σοβαρά προβλήματα στον εφοδιασμό των ασιατικών διυλιστηρίων.
Οι συνέπειες αποτυπώνονται ήδη με σφοδρότητα στην παγκόσμια οικονομία, καθώς το αργό πετρέλαιο ξεπέρασε τα 90 δολάρια το βαρέλι, ενώ οι τιμές του ντίζελ στην Ευρώπη και της βενζίνης στις ΗΠΑ έχουν καταγράψει αύξηση της τάξεως του 65% από την έναρξη των εχθροπραξιών.
Την ίδια στιγμή, στην Κίνα οι ρυθμοί επεξεργασίας υποχώρησαν σε χαμηλά επίπεδα που είχαν να εμφανιστούν από την πανδημία του 2020, ενώ η παγκόσμια κατανάλωση πετρελαίου μειώθηκε κατά σχεδόν 5% το δεύτερο τρίμηνο του 2026, αντανακλώντας τη γενικότερη επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας.
Μετά από μήνες συνεχών διαταραχών, τα παγκόσμια στρατηγικά αποθέματα έχουν εξαντληθεί, περιορίζοντας δραματικά τα περιθώρια αντιμετώπισης νέων ελλείψεων.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Παγκόσμιας Τράπεζας, η παρατεταμένη αυτή ενεργειακή κρίση απειλεί να συρρικνώσει την παγκόσμια ανάπτυξη για το 2026 στο μόλις 1,3% (από 2,9% το προηγούμενο έτος), εξέλιξη που υπογραμμίζει τους τεράστιους κινδύνους από τη συνδυασμένη παράλυση των δύο κρισιμότερων θαλάσσιων περασμάτων της Μέσης Ανατολής.