Σε επικίνδυνο πολιτικό και στρατιωτικό αδιέξοδο βρίσκεται ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, καθώς η σύγκρουση με το Ιράν εισέρχεται στον έκτο μήνα της, διαψεύδοντας τις αρχικές εκτιμήσεις της Ουάσιγκτον για μια επιχείρηση λίγων εβδομάδων.
Αντιμέτωπος με την αύξηση των τιμών των καυσίμων, την πτώση των ποσοστών αποδοχής του και τις επικείμενες ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου, ο Λευκός Οίκος καλείται πλέον να επιλέξει ανάμεσα σε επώδυνους συμβιβασμούς ή μια περαιτέρω κλιμάκωση υψηλού ρίσκου.
Η αμερικανική ηγεσία βρίσκεται εγκλωβισμένη ανάμεσα σε δύο κύριες επιλογές. Η πρώτη αφορά την αποδοχή μιας υπό διαπραγμάτευση προσωρινής συμφωνίας μεταξύ Ιράν και Ομάν.
Η ρύθμιση αυτή θα παραχωρούσε στην Τεχεράνη ουσιαστικό έλεγχο στα Στενά του Ορμούζ —από όπου διέρχεται το ένα πέμπτο της παγκόσμιας ναυσιπλοΐας πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου— συνιστώντας τη μεγαλύτερη υποχώρηση της Ουάσιγκτον από την έναρξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων τον Φεβρουάριο.
Η δεύτερη επιλογή περιλαμβάνει ένα νέο κύμα αεροπορικών επιδρομών, το οποίο ωστόσο ενέχει τον κίνδυνο περαιτέρω παράτασης της κρίσης, χωρίς να εγγυάται τη συμμόρφωση της Τεχεράνης, ενώ παράλληλα εγείρει ανησυχίες για τα αμερικανικά αποθέματα πυρομαχικών.
Την ίδια στιγμή, η διατήρηση του υφιστάμενου καθεστώς αποκλεισμού των ιρανικών λιμανιών συνεπάγεται συνεχή πολιτική φθορά για την κυβέρνηση Τραμπ, την ώρα που οι βασικοί διακηρυγμένοι στόχοι του πολέμου, όπως η πλήρης εξάρθρωση του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, παραμένουν ανεξπλήρωτοι.
Παρά τη σκληρή ρητορική του Αμερικανού προέδρου, αναλυτές επισημαίνουν ότι το Ιράν δεν έχει προβεί σε ουσιαστικές υποχωρήσεις, υποχρεώνοντας τελικά τις ΗΠΑ να εξετάσουν την προσαρμογή τους στη νέα πραγματικότητα που έχει διαμορφωθεί στην περιοχή.