Τρεις ημέρες μετά τον καταστροφικό σεισμό των 7,4 βαθμών που έπληξε τη δυτική Κολομβία, οι ελπίδες για τον εντοπισμό επιζώντων μειώνονται δραματικά, ενώ οι ανάγκες των σεισμοπαθών γίνονται ολοένα και μεγαλύτερες.
Ο απολογισμός των θυμάτων αυξήθηκε στους 281 νεκρούς, με τον πρόεδρο Αμπελάρδο δε λα Εσπριέγια να κάνει επίσης λόγο για σχεδόν 4.000 τραυματίες και 379 αγνοούμενους.
Σύμφωνα με την υπηρεσία αντιμετώπισης καταστροφών, περίπου 13.000 κτίρια έχουν καταστραφεί εν μέρει ή ολοσχερώς.
Τέλος στο κρίσιμο «παράθυρο» των 72 ωρών
Το πρωί της Πέμπτης συμπληρώθηκαν οι κρίσιμες 72 ώρες μετά τον σεισμό, το χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο θεωρούνται σημαντικά μεγαλύτερες οι πιθανότητες εντοπισμού ανθρώπων ζωντανών κάτω από τα ερείπια.
Σε περιοχές όπου οι διασώστες έχουν πλέον αποκλείσει την πιθανότητα ύπαρξης επιζώντων, βαριά μηχανήματα άρχισαν να απομακρύνουν τα συντρίμμια.
Παράλληλα, επαγγελματίες και εθελοντές συνεχίζουν τις έρευνες με ειδικό εξοπλισμό, εκπαιδευμένους σκύλους ακόμη και με γυμνά χέρια.
Στην Περέιρα, πυροσβέστης που συμμετέχει στις επιχειρήσεις παραδέχθηκε ότι, αν και «γίνονται και θαύματα», σε αυτό το στάδιο είναι πλέον «σχεδόν απίθανο να βρούμε κόσμο ζωντανό».
Αυτοσχέδιοι καταυλισμοί στην Κάλι
Στην Κάλι, μία από τις πόλεις που επλήγησαν περισσότερο, πάρκα, γήπεδα και δρόμοι έχουν μετατραπεί σε πρόχειρους καταυλισμούς για όσους έχασαν τα σπίτια τους.
Χιλιάδες άνθρωποι παραμένουν χωρίς στέγη, ενώ αρκετές οικογένειες έχουν χάσει μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα περιουσίες που απέκτησαν ύστερα από δεκαετίες εργασίας.
Η 72χρονη Μαρί ντελ Κάρμεν Ροδρίγκες, η οποία έχασε το διαμέρισμα που είχε αγοράσει με τις οικονομίες μιας ζωής, ζει πλέον με τον σύζυγό της σε σκηνή που έχει στηθεί σε γήπεδο ποδοσφαίρου.
«Ζητάμε όποια βοήθεια δικαιούμαστε για να μπορέσουμε να εγκατασταθούμε αλλού», δήλωσε, αναγνωρίζοντας ότι η αποκατάσταση θα απαιτήσει χρόνο.
Τερματίστηκαν οι έρευνες στο Τσοκό
Το επίκεντρο του σεισμού βρισκόταν κοντά στο Σαν Χοσέ ντελ Παλμάρ, στο Τσοκό, μία από τις φτωχότερες περιοχές της χώρας.
Εκεί η φάση της έρευνας και διάσωσης έχει ήδη ολοκληρωθεί, όμως οι ανάγκες για ανθρωπιστική βοήθεια παραμένουν τεράστιες.
Η περιοχή της «ζώνης του καφέ» στην κεντροδυτική Κολομβία έχει επίσης υποστεί σοβαρές καταστροφές, με την Περέιρα να βρίσκεται μεταξύ των πόλεων με τις μεγαλύτερες απώλειες.
«Οικονομική έκτακτη ανάγκη» και ειδικό ταμείο
Ο πρόεδρος Αμπελάρδο δε λα Εσπριέγια, ο οποίος είχε αναλάβει τα καθήκοντά του μόλις τρεις ημέρες πριν από τον σεισμό, κήρυξε κατάσταση «οικονομικής έκτακτης ανάγκης».
Το μέτρο επιτρέπει στην κυβέρνηση να επιβάλει φόρους και να τροποποιήσει τον προϋπολογισμό χωρίς προηγούμενη κοινοβουλευτική έγκριση.
Παράλληλα ανακοίνωσε τη δημιουργία ειδικού ταμείου, το οποίο θα χρηματοδοτηθεί εν μέρει από διεθνή βοήθεια, με στόχο τη στήριξη των σεισμοπαθών και την ανοικοδόμηση των πληγεισών περιοχών.
Επικρίσεις για τη διαχείριση της διεθνούς βοήθειας
Η κυβέρνηση δέχεται, ωστόσο, επικρίσεις για τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίστηκε τις προσφορές βοήθειας από το εξωτερικό.
Η Μπογκοτά δέχτηκε ομάδες έρευνας και διάσωσης από τις ΗΠΑ, το Ελ Σαλβαδόρ, τον Ισημερινό και το Ισραήλ, ενώ δεν έγινε δεκτή ομάδα πολύπειρων διασωστών του μεξικανικού στρατού.
Η πρόεδρος του Μεξικού Κλαούδια Σέινμπαουμ εξέφρασε τη λύπη της για την απόφαση, ενώ η κολομβιανή κυβέρνηση υποστήριξε ότι οι Μεξικανοί διασώστες δεν διέθεταν τις απαιτούμενες πιστοποιήσεις.
Η κυβέρνηση δε λα Εσπριέγια απορρίπτει τις κατηγορίες ότι επέλεξε τις ξένες αποστολές με πολιτικά ή ιδεολογικά κριτήρια.