Η πρόεδρος του Μεξικού, Κλαούντια Σέινμπαουμ, χαρακτήρισε «ανάρμοστη» την απόφαση του κυβερνήτη της Σιναλόα, Ρούμπεν Ρότσα, να επιστρέψει στα καθήκοντά του, την ώρα που βρίσκεται στο στόχαστρο των αμερικανικών αρχών για φερόμενες διασυνδέσεις με το καρτέλ Σιναλόα.
Ο 77χρονος κυβερνήτης, που ανήκει στο κυβερνών κόμμα Μορένα, επέστρεψε την Παρασκευή στο γραφείο του, προκαλώντας αντιδράσεις στο εσωτερικό της παράταξής του. Μετά τις δημόσιες επικρίσεις της Σέινμπαουμ και άλλων στελεχών, αναγκάστηκε την επόμενη ημέρα να υποχωρήσει και να ζητήσει άδεια από τα καθήκοντά του.
«Δεν γνώριζα εκ των προτέρων πως σκόπευε να επιστρέψει» στη θέση του, δήλωσε η Σέινμπαουμ, προσθέτοντας ότι το τοπικό κοινοβούλιο της Σιναλόα αναμένεται να ορίσει υπηρεσιακό κυβερνήτη.
Η υπόθεση έχει προκαλέσει ένταση στις σχέσεις του Μεξικού με τις ΗΠΑ. Τον Απρίλιο, το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης ανακοίνωσε την άσκηση δίωξης σε βάρος του Ρότσα και εννέα ακόμη εν ενεργεία και πρώην Μεξικανών αξιωματούχων, τους οποίους κατηγορεί για συνεργασία με το καρτέλ Σιναλόα.
Σύμφωνα με τις αμερικανικές αρχές, οι κατηγορούμενοι φέρονται να συνεργάστηκαν με ηγετικά στελέχη του καρτέλ, διευκολύνοντας την εισαγωγή μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών στις ΗΠΑ. Σε αντάλλαγμα, φέρονται να έλαβαν πολιτική στήριξη και χρηματισμούς.
Ο Ρότσα εξελέγη κυβερνήτης της Σιναλόα το 2021. Η Ουάσινγκτον υποστηρίζει ότι η εκλογή του υποστηρίχθηκε από συγκεκριμένη πτέρυγα του καρτέλ, τους «Λος Τσαπίτος», δηλαδή τους γιους του ιδρυτή του καρτέλ, Χοακίν «Ελ Τσάπο» Γκουσμάν.
Οι αμερικανικές αρχές υποστηρίζουν ότι η συγκεκριμένη ομάδα εκφόβισε και απομάκρυνε πολιτικούς αντιπάλους του Ρότσα, εξασφαλίζοντας σε αντάλλαγμα τη δυνατότητα να δρα ανενόχλητη και να διακινεί ναρκωτικά προς τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ο Ρότσα απορρίπτει κατηγορηματικά τις κατηγορίες, υποστηρίζοντας ότι αποτελεί στόχο πολιτικά υποκινούμενης επίθεσης.
Η κυβέρνηση της Σέινμπαουμ έχει από την πλευρά της υποστηρίξει ότι η Ουάσινγκτον δεν έχει προσκομίσει επαρκή στοιχεία που να δικαιολογούν τη σύλληψη ή την έκδοσή του.
Ωστόσο, η αιφνιδιαστική επιστροφή του στα καθήκοντά του προκάλεσε έντονες αντιδράσεις ακόμη και στο εσωτερικό του Μορένα, με το κόμμα να τον κατηγορεί ότι θέτει το προσωπικό του συμφέρον πάνω από το δημόσιο.