Χρειάστηκαν δεκατέσσερα χρόνια προειδοποιήσεων και ένα «παραλίγο» αεροπορικό δυστύχημα για να αρχίσει η Ευρώπη να αντιμετωπίζει με τη σοβαρότητα που απαιτείται όσα συμβαίνουν στο FIR Λευκωσίας. Και αυτό ίσως είναι το πιο ανησυχητικό στοιχείο της υπόθεσης.
Πριν από λίγες ημέρες γράφαμε ότι η αυξανόμενη παρουσία τουρκικών στρατιωτικών αεροσκαφών και UAV στα κατεχόμενα δεν αποτελεί απλώς ακόμη μία επίδειξη ισχύος του «Αττίλα». Οι πτήσεις από την παράνομη Τύμπου, η δραστηριότητα των UAV και η στρατιωτική αξιοποίηση του Λευκονοίκου διαμορφώνουν σταδιακά ένα νέο επιχειρησιακό περιβάλλον πάνω από την Κύπρο.
Ακολούθησε το σοβαρό περιστατικό της 19ης Αυγούστου. Τουρκικό στρατιωτικό A400M εισήλθε στο FIR Λευκωσίας χωρίς να αποκαταστήσει επικοινωνία με το αρμόδιο Κέντρο Ελέγχου και κινήθηκε σε διαφορετική πορεία από εκείνη του δηλωμένου σχεδίου πτήσης του. Καθώς ανέβαινε προς τα 36.000 πόδια, επιβατικό Boeing 737 της TUI κατέβαινε προς τα 35.000 πόδια σε συγκλίνουσα πορεία. Η έγκαιρη αντίδραση των Κυπρίων ελεγκτών, οι οποίοι διέκοψαν την κάθοδο του επιβατικού αεροσκάφους, απέτρεψε ένα σοβαρό περιστατικό.
Τώρα, όμως, το ζήτημα περνά σε άλλο επίπεδο.
Ο Ευρωπαϊκός Συντονισμός Ενώσεων Ελεγκτών Εναέριας Κυκλοφορίας (ATCEUC), μαζί με την Παγκύπρια Συντεχνία Ελεγκτών Εναέριας Κυκλοφορίας, ζητούν επείγουσα διεθνή και ευρωπαϊκή παρέμβαση υψηλού επιπέδου. Και δεν περιορίζονται σε μια γενική έκκληση. Ζητούν εμπλοκή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Κυπριακής Δημοκρατίας, της Τουρκίας και του Διεθνούς Οργανισμού Πολιτικής Αεροπορίας (ICAO), καθώς και αξιολόγηση της κατάστασης από το Eurocontrol.
Υπάρχει όμως μια λεπτομέρεια που εκθέτει την Ευρώπη.
Ήδη από το 2012, η αρμόδια Γενική Διεύθυνση Μεταφορών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είχε χαρακτηρίσει την κατάσταση «μη βιώσιμη και απαράδεκτη από πλευράς ασφάλειας πτήσεων». Δεκατέσσερα χρόνια αργότερα, οι Ευρωπαίοι ελεγκτές επισημαίνουν ότι ουσιαστική τεχνική λύση δεν έχει εφαρμοστεί και ότι η κατάσταση έχει επιδεινωθεί.
Το πρόβλημα είναι γνωστό: Η Τουρκία έχει διακόψει την απευθείας γραμμή επικοινωνίας μεταξύ των Κέντρων Ελέγχου Άγκυρας και Λευκωσίας. Παράλληλα, τουρκικά στρατιωτικά αεροσκάφη και UAV εξακολουθούν να επιχειρούν κοντά σε κρίσιμους αεροδιαδρόμους και στις περιοχές των αεροδρομίων Λάρνακας και Πάφου. Η ATCEUC προειδοποιεί μάλιστα ότι η δραστηριότητα αυτή αυξάνει την πολυπλοκότητα του εναέριου περιβάλλοντος και τις προκλήσεις για την ασφάλεια των πολιτικών πτήσεων.
Ακόμη σοβαρότερο είναι ότι τίθεται πλέον επισήμως ζήτημα για τη λειτουργία του παράνομου αεροδρομίου της Τύμπου. Σύμφωνα με τους Ευρωπαίους ελεγκτές, οι υπηρεσίες που παρέχονται από εκεί δεν αναγνωρίζονται στο πλαίσιο των κανονισμών του ICAO που εφαρμόζονται στο FIR Λευκωσίας, ενώ έχουν υπάρξει συγκρούσεις μεταξύ οδηγιών της Τύμπου και εκείνων που εκδίδει το Κέντρο Ελέγχου Λευκωσίας.
Η Λευκωσία φαίνεται πλέον να ανεβάζει το θέμα σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Νίκος Χριστοδουλίδης δήλωσε ότι βρίσκονται σε εξέλιξη σχετικές ενέργειες, τονίζοντας κάτι αυτονόητο αλλά πολιτικά κρίσιμο: το πρόβλημα δεν αφορά μόνο την Κυπριακή Δημοκρατία. Αφορά την ασφάλεια των πτήσεων και Ευρωπαίους πολίτες.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η αντίδραση από τα κατεχόμενα. Η τουρκοκυπριακή πλευρά απορρίπτει την «πολιτικοποίηση» του ζητήματος και προτείνει απευθείας τεχνική γραμμή επικοινωνίας μεταξύ Τύμπου και των υπηρεσιών ελέγχου της Κυπριακής Δημοκρατίας, υποστηρίζοντας ότι κάτι τέτοιο δεν θα συνιστούσε πολιτική αναγνώριση.
Ακριβώς εδώ, όμως, βρίσκεται και μια παγίδα που η Λευκωσία οφείλει να αντιμετωπίσει με ιδιαίτερη προσοχή: η ανάγκη προστασίας της ανθρώπινης ζωής δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως όχημα για την έμμεση κανονικοποίηση παράνομων δομών στα κατεχόμενα. Η τεχνική λύση πρέπει να εξασφαλίζει την ασφάλεια των πτήσεων χωρίς να δημιουργεί πολιτικά τετελεσμένα.
Το ερώτημα επομένως δεν είναι πλέον αν υπάρχει πρόβλημα. Το αναγνωρίζουν οι ίδιοι οι Ευρωπαίοι ελεγκτές και το είχε αναγνωρίσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ήδη από το 2012.
Το ερώτημα είναι γιατί επί δεκατέσσερα χρόνια δεν λύθηκε.
Και κυρίως: θα χρειαστεί ένα πραγματικό αεροπορικό δυστύχημα για να αποφασίσει επιτέλους η Ευρώπη ότι η πολιτική του «Αττίλα» στον ουρανό της Κύπρου δεν αποτελεί μια ακόμη κυπροτουρκική διαφορά, αλλά ευρωπαϊκό και διεθνές ζήτημα ασφάλειας;