Σε μια παράλληλη διπλωματική και οικονομική κίνηση υψηλού ρίσκου προχώρησαν οι Ηνωμένες Πολιτείες έναντι της Τεχεράνης, με τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ να διαμηνύει στο Ιράν ότι δεν πρόκειται να επιστρέψει στο Μνημόνιο Κατανόησης (MoU) που είχε επιτευχθεί στις 17 Ιουνίου.
Σύμφωνα με αποκαλυπτικό δημοσίευμα του Middle East Eye, το τελεσίγραφο Τραμπ μεταφέρθηκε προσωπικά στην Τεχεράνη στις 24 Αυγούστου από τον αρχηγό του στρατού του Πακιστάν, στρατάρχη Ασίμ Μουνίρ.
Ο Πακιστανός αξιωματούχος συνάντησε ανώτατα στελέχη της ιρανικής ηγεσίας, μεταξύ των οποίων τον πρόεδρο Μασούντ Πεζεσκιάν και τον νέο γραμματέα του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας, Μοχσέν Ρεζαΐ, καθιστώντας σαφές ότι η Ουάσινγκτον επιδιώκει τον σχεδιασμό μιας εντελώς νέας συμφωνίας.
Την ίδια ημέρα, ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών, Σκοτ Μπέσεντ, ανακοίνωσε την έναρξη της εκστρατείας οικονομικής πίεσης «D-Day» κατά του Ιράν, προειδοποιώντας με δευτερογενείς κυρώσεις όσες χώρες διατηρούν εμπορικές επαφές με το ιρανικό καθεστώς, ενώ η Ουάσινγκτον ενεργοποίησε εκ νέου τον ναυτικό αποκλεισμό της χώρας.
Η υπαναχώρηση των ΗΠΑ από το Μνημόνιο της 17ης Ιουνίου —το οποίο παρείχε πλαίσιο για την εκτόνωση των εχθροπραξιών και την ελεύθερη διέλευση από το Στενό του Ορμούζ— αποδίδεται από αναλυτές σε έντονες πιέσεις που ασκήθηκαν στον Ντόναλντ Τραμπ από νεοσυντηρητικούς κύκλους στο εσωτερικό των ΗΠΑ και από το Ισραήλ. Παράλληλα, κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, οι αμερικανικές δυνάμεις διαμόρφωσαν έναν εναλλακτικό νότιο ναυτιλιακό διάδρομο κατά μήκος των ακτών του Ομάν για τη διέλευση των δεξαμενόπλοιων.
Η εξέλιξη αυτή επιβαρύνει περαιτέρω την ήδη εύθραυστη κατάσταση στον Περσικό Κόλπο, καθώς τις τελευταίες ημέρες σημειώθηκε νέα αναζωπύρωση των πολεμικών εχθροπραξιών, με εκατέρωθεν επιθέσεις αντιποίνων μεταξύ ιρανικών και αμερικανικών δυνάμεων εναντίον εμπορικών και στρατιωτικών σκαφών.