Τη θέση του ότι η ραγδαία ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης και της ρομποτικής θα καταστήσει το χρήμα αδιάφορο έως το 2036 επανέφερε στο προσκήνιο ο Έλον Μασκ.
Με αφορμή πρόσφατη ανάρτησή του, υποστήριξε ότι η υπεραφθονία αγαθών που θα προκύψει από την πλήρη αυτοματοποίηση της παραγωγής θα καταργήσει την ανάγκη για αποταμίευση, καθώς η πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες και προϊόντα δεν θα εξαρτάται πλέον από το ατομικό εισόδημα.
Η θεωρία αυτή στηρίζεται στην εκτίμηση ότι η ψηφιακή νοημοσύνη θα ξεπεράσει την ανθρώπινη μέσα στα επόμενα χρόνια, επιτρέποντας στα ανθρωποειδή ρομπότ να αναλάβουν το μεγαλύτερο μέρος της φυσικής εργασίας.
Σύμφωνα με αυτό το όραμα, η οικονομική σπανιότητα θα περιοριστεί δραστικά και θα απαιτηθεί η εφαρμογή ενός «καθολικού υψηλού εισοδήματος» μέσω κρατικών μεταβιβάσεων για την κάλυψη των αναγκών του πληθυσμού.
Οι ενστάσεις των οικονομολόγων και τα υλικά όρια
Ωστόσο, η προσέγγιση αυτή συναντά έντονες ενστάσεις από τον ακαδημαϊκό κόσμο:
Διατήρηση της σπανιότητας: Οικονομολόγοι επισημαίνουν ότι, παρά την αύξηση της παραγωγικότητας, βασικοί πόροι όπως η γη, η ενέργεια, τα σπάνια μέταλλα και η ανθρώπινη προσοχή παραμένουν περιορισμένοι, ενώ και η ίδια η τεχνολογική υποδομή απαιτεί τεράστιους φυσικούς πόρους.
Ζήτημα αναδιανομής: Η τεχνολογική πρόοδος δεν διασφαλίζει από μόνη της τη δίκαιη κατανομή του πλούτου, καθώς το ποιος επωφελείται εξαρτάται από το θεσμικό πλαίσιο και το καθεστώς ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής.
Πολιτικές αντιφάσεις και η πρόκληση Ατζέμογλου
Η θεωρία του Μασκ αναδεικνύει παράλληλα σημαντικές αντιφάσεις. Ενώ προαναγγέλλει ένα μέλλον αφθονίας, ο ίδιος υποστηρίζει δραστικές περικοπές στις δημόσιες δαπάνες και την κοινωνική μέριμνα στο παρόν, χωρίς να διευκρινίζεται πώς θα προστατευθούν όσοι επιβαρύνονται κατά την μεταβατική περίοδο.
Παράλληλα, η υπόθεση ότι το χρήμα θα χάσει την αξία του προκάλεσε την αντίδραση του νομπελίστα οικονομολόγου Ντάρον Ατζέμογλου, ο οποίος προκάλεσε τον Μασκ να δεσμευθεί για τη διάθεση της περιουσίας του σε κοινωφελείς σκοπούς πριν από το 2036.
Σε κάθε περίπτωση, το κατά πόσο η τεχνητή νοημοσύνη θα οδηγήσει σε συλλογική ευημερία ή σε μεγαλύτερη συγκέντρωση πλούτου αποτελεί ζήτημα πολιτικών επιλογών και κανόνων που θα διαμορφωθούν τα αμέσως επόμενα χρόνια.