Αντίθετος στην επαναφορά των εργασιακών ρυθμίσεων που ίσχυαν πριν την κρίση δηλώνει ο ΣΕΒ

 
Αντίθετος στην επαναφορά των εργασιακών ρυθμίσεων που ίσχυαν πριν την κρίση δηλώνει ο ΣΕΒ

Ενημερώθηκε: 07/09/17 - 12:30

«Απομένει, να αποδειχθεί πόσο εύκολα μπορεί να αλλάξει ένα από τα πιο σκληροπυρηνικά συστήματα εργασιακών σχέσεων στην Ευρώπη (μαζί με εκείνα της Ιταλίας, της Πορτογαλίας και της Ελλάδας πριν την κρίση)», τονίζει ο ΣΕΒ στο εβδομαδιαίο δελτίο οικονομικών εξελίξεων, αναφερόμενος στη γαλλική εργατική νομοθεσία, με αφορμή την επίσκεψη του Προέδρου της Γαλλίας Εμμανουέλ Μακρόν στην Αθήνα.

Σύμφωνα με τον ΣΕΒ η μεταρρύθμιση των εργασιακών σχέσεων στη Γαλλία περιλαμβάνει:

α) οι συλλογικές διαπραγματεύσεις για μισθούς και απασχόληση να αποκεντρωθούν προς το κλαδικό/ επιχειρησιακό επίπεδο

β) οι απευθείας διαπραγματεύσεις μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις κάτω των 50 εργαζομένων (55% των εργαζομένων και 95% των γαλλικών επιχειρήσεων) να γίνονται από εκλεγμένους εκπροσώπους των εργαζομένων που δεν προέρχονται από τα εργατικά συνδικάτα σε εθνικό/κλαδικό επίπεδο

γ) στις μεγαλύτερες επιχειρήσεις (άνω των 50 εργαζομένων), όπου είναι υποχρεωτική η συμμετοχή εκπροσώπων των εργαζομένων στη διοίκηση, να απλοποιηθεί ο κοινωνικός διάλογος με τη συγχώνευση του συμβουλίου εργασιών και των επιτροπών για υγιεινή και ασφάλεια (στα οποία συμμετέχουν και οι εργαζόμενοι) σε ένα κεντρικό φορέα, μειώνοντας έτσι το κόστος λειτουργίας

δ) η ελάχιστη διάρκεια και η συχνότητα ανανέωσης των ατομικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου να μην καθορίζονται πλέον από τη νομοθεσία, οι ρυθμίσεις της οποίας δεν εμπόδιζαν την καταχρηστική εφαρμογή τους στην αγορά εργασίας, αλλά να διαμορφώνονται σε ομοιοεπαγγελματικό επίπεδο, και

ε) οι απολύσεις να διευκολυνθούν με την εισαγωγή ανώτατων και κατώτατων ορίων στην αποζημίωση που επιδικάζεται από τα δικαστήρια επίλυσης εργατικών διαφορών, που πολλές φορές είναι υπέρογκες και αστάθμητες. Οι ρυθμίσεις, που θα αφορούν όχι μόνο τις νέες αλλά και τις παλαιές συμβάσεις, περιλαμβάνουν μια καθορισμένη κλίμακα αποζημιώσεων που ξεκινά με 3 μηνιαίους μισθούς για κάθε 2 χρόνια απασχόλησης.

Επίσης, οι μεταρρυθμίσεις θα αλλάξουν τον τρόπο χορήγησης των επιδομάτων ανεργίας και θα ενισχύσουν το σύστημα επαγγελματικής κατάρτισης των εργαζομένων. Και στους δύο αυτούς τομείς, που χρηματοδοτούνται με χορηγίες προς τα συνδικάτα ύψους Euro 34 δισ. και Euro 30 δισ. ετησίως αντιστοίχως, τα συνδικάτα παίζουν πρωτεύοντα ρόλο στη διαχείριση των σχετικών πόρων, που είναι μέρος και της χρηματοοικονομικής τους ισχύος. Τα επιδόματα ανεργίας, εν προκειμένω, δε θα διανέμονται πλέον από τα εργατικά συνδικάτα αλλά από το κράτος, ώστε να επεκταθούν σε όλες τις κατηγορίες των εργαζομένων, συμπεριλαμβανομένων των αγροτών και των αυτοαπασχολούμενων, καθώς και αυτών που αποχωρούν εθελοντικά προς αναζήτηση νέας εργασίας.

Αναφερόμενος στο ελληνικό σύστημα ο ΣΕΒ επισημαίνει πως η επαναφορά εργασιακών ρυθμίσεων που ίσχυαν πριν την κρίση δεν πρόκειται να οδηγήσει σε έξοδο από την ύφεση.

Θα οδηγήσουν, αντιθέτως, σε δυσκολότερη επίτευξη διεθνούς ανταγωνιστικότητας, σε απώθηση ξένων επενδύσεων, με δυσμενείς επιπτώσεις για το μέλλον της οικονομίας μας.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΣΕΒ, οι εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα που ανήκουν σε συνδικαλιστικές οργανώσεις ανέρχονται μεταξύ 10-20% του συνόλου, ενώ το 40%-50% των ιδιωτικών επιχειρήσεων είναι μέλη εργοδοτικών οργανώσεων. Επίσης, στο θέμα της ποιότητας των εργασιακών σχέσεων, όπως αξιολογείται από στελέχη επιχειρήσεων αναφορικά με τη συνεργασία συνδικαλιστικών οργανώσεων και επιχειρήσεων, η Ελλάδα βρίσκεται πέντε θέσεις πάνω από τη χειρότερη χώρα (Ιταλία) και τρεις θέσεις πάνω από τη δεύτερη χειρότερη ευρωπαϊκή χώρα (Γαλλία).

Ο ΣΕΒ τάσσεται υπέρ της ισορροπίας μεταξύ των πλήρως κεντροποιημένων διαδικασιών διαπραγμάτευσης, που μπορούν να διασφαλίσουν υψηλή κάλυψη και προσβασιμότητα αλλά υστερούν παντελώς σε ευελιξία και των πλήρως αποκεντρωμένων που αφήνουν μεγάλα περιθώρια ευελιξίας στους εργοδότες και τις συνδικαλιστικές οργανώσεις σε επιχειρηματικό επίπεδο, αλλά οδηγούν σε χαμηλή κάλυψη και προσβασιμότητα.

Υποστηρίζει τέλος ότι το ασφαλιστικό πρόβλημα παραμένει ανεπίλυτο και ροκανίζει το διαθέσιμο εισόδημα των εργαζομένων, επιβαρύνοντας υπέρμετρα τον κόσμο της εργασίας με απαράδεκτα υψηλές και μη ανταποδοτικές ασφαλιστικές εισφορές.