Εκθεση ΔΝΤ: Σκληρή κριτική για εργασιακά, αναδρομικά και πρώτη κατοικία - Ζητά άλλο μείγμα

Εκθεση ΔΝΤ: Σκληρή κριτική για εργασιακά, αναδρομικά και πρώτη κατοικία - Ζητά άλλο μείγμα
Ενημερώθηκε: 12/03/19 - 12:37

«Καμπανάκι» για τις σοβαρές οικονομικές προκλήσεις παρά την ολοκλήρωση των προγραμμάτων στήριξης χτυπά το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στην πρώτη μετα-Μνημονιακή έκθεσή του για την χώρα μας, σημειώνοντας τους κινδύνους που προκύπτουν από το «πάγωμα» μεταρρυθμίσεων και τις προεκλογικές υποσχέσεις.

Αυτό προκύπτει από τις παρατηρήσεις που διατύπωσε το Εκτελεστικό Συμβούλιο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στις 6 Μαρτίου σχολιάζοντας την πρώτη μεταμνημονιακή αξιολόγηση της Ελλάδος. Η έκθεση του ΔΝΤ για την μεταμνημονιακή αξιολόγηση της Ελλάδος δόθηκε σήμερα στη δημοσιότητα, όπως και τα σχόλια που διατύπωσαν οι Διευθυντές του Ταμείου για τα ευρήματα των ελέγχων των κλιμακίων του Ταμείου.

Σύμφωνα με την έκθεση του ΔΝΤ η οικονομική ανάκαμψη της Ελλάδας επιταχύνεται και διευρύνεται. Το ΔΝΤ θεωρεί πως το ΑΕΠ θα ανέλθει στο 2,4% εφέτος από περίπου 2,1% το 2018, με την ανάπτυξη να υποστηρίζεται από τις εξαγωγές, την ιδιωτική κατανάλωση και τις επενδύσεις καθώς το οικονομικό κλίμα βελτιώνεται. Το Ταμείο σημειώνει πως η σταδιακή αύξηση των καταθέσεων στις τράπεζες διευκόλυνε την περαιτέρω χαλάρωση των capital controls, παρά το ότι οι τραπεζικές χορηγήσεις παρέμειναν καθηλωμένες.

«Μεσοπρόθεσμα η οικονομική ανάπτυξη αναμένεται να επιβραδυνθεί και ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ θα ανέρχεται λίγο πάνω από το 1%», αναφέρει το Ταμείο στα συνοπτικά συμπεράσματά του.

Η μεσοπρόθεσμη ικανότητα αποπληρωμής του χρέους της Ελλάδας χαρακτηρίζεται από το ΔΝΤ ως «επαρκής», ωστόσο υπογραμμίζεται πως «υπόκειται σε αυξανόμενους κινδύνους εν μέσω σημαντικών τρωτών σημείων.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΑ ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

 

Το ΔΝΤ τονίζει πως δικαστικές αποφάσεις για τα αναδρομικά ενδέχεται να επιβαρύνουν τον προϋπολογισμό με έκτακτες πληρωμές έως και 9,4 δισεκατομμυρίων ευρώ – ποσό που αντιστοιχεί σχεδόν στο 5% του προβλεπόμενου φετινού ΑΕΠ. Ο αντίκτυπος θα γίνει αισθητός και σε βάθος χρόνου, καθώς οι δημόσιες μισθολογικές και ασφαλιστικές δαπάνες θα αυξηθούν κατά έως 0,8% του ΑΕΠ ετησίως.

Επικρίνει έντονα την αύξηση του βασικού μισθού και την επαναφορά της οριζόντιας επεκτασιμότητας συλλογικών συμβάσεων, καλεί την κυβέρνηση να αναθεωρήσει το μείγμα φόρων και εισφορών, επιμένει στην μείωση του αφορολόγητου ορίου το 2020, ενώ παράλληλα προτρέπει την κυβέρνηση να αναλάβει πρωτοβουλίες για την ταχύτερη μείωση των «κόκκινων» δανείων και να περιορίσει την προστασία για την α’ κατοικία.

Ο οργανισμός καλεί εκ νέου την κυβέρνηση να καταστρώσει ειδικό σχέδιο για την διαχείριση τυχόν δημοσιονομικών σοκ, όπως οι αποφάσεις για τα αναδρομικά, που θα περιλαμβάνει χρήση του δημοσιονομικού «μαξιλαριού». Σημειώνει πως η Αθήνα θα μπορούσε να συζητήσει με τους ευρωπαίους εταίρους έναν «μηχανισμό εξομάλυνσης» τέτοιων σοκ, χωρίς όμως να μιλά ευθέως για αναθεώρηση των στόχων για το πρωτογενές πλεόνασμα.

Εργασιακά

Στα εργασιακά, το Ταμείο υπογραμμίζει πως η αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 10,9% υπερβαίνει κατά πολύ την αύξηση που έχει παρατηρηθεί στην παραγωγικότητα. Προειδοποιεί ότι ο βασικός μπορεί να συμπαρασύρει προς τα πάνω ολόκληρη την μισθολογική κλίμακα αλλά και κοινωνικά επιδόματα, ουσιαστικά καθιστώντας την χώρα λιγότερο ανταγωνιστική και διογκώνοντας τις δημόσιες δαπάνες.

Σημειώνει ακόμα πως ο ενισχυμένος ελάχιστος μισθός θα δυσκολέψει την είσοδο στην αγορά εργασίας και μπορεί να τονώσει την αδήλωτη εργασία, ειδικά στις μικρές επιχειρήσεις εστίασης και παροχής υπηρεσιών που απασχολούν έως 10 υπαλλήλους.

Εξίσου σκληρή είναι η κριτική του για την επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων καθότι το ΔΝΤ εκτιμά ότι η δυνατότητα επεκτασιμότητας μίας σύμβασης σε ολόκληρο τον κλάδο περιορίζει την δυνατότητα των επιχειρήσεων να προσαρμόσουν το εργασιακό κόστος στις τακτικές αλλαγές που υπάρχουν στην αγορά.

Προκειμένου να αντισταθμιστούν οι επιπτώσεις των αλλαγών στα εργασιακά το ΔΝΤ προτρέπει την κυβέρνηση να μειώσει τις ασφαλιστικές εισφορές, να τονώσει την παραγωγικότητα και να προχωρήσει στην «παγωμένη» μεταρρύθμισης της αγοράς αγαθών και υπηρεσιών.

Χαμηλότεροι φόροι αλλά και αφορολόγητο

Αυτό πρέπει να συνοδευτεί από μία ευρύτερη τροποποίηση της φορολογικής πολιτικής, με το Ταμείο να τάσσεται υπέρ της μείωσης των συντελεστών για τα χαμηλότερα εισοδήματα και την μείωση των φόρων για τις επιχειρήσεις, ενώ καλεί επανειλημμένα την κυβέρνηση να πάψει την υποχρηματοδότηση του Προγράμματος Δημόσιων Επενδύσεων και να διοχετεύσει πόρους προς αναπτυξιακές δράσεις.

Στο πλαίσιο αυτό ο οργανισμός δηλώνει εκ νέου πως η μείωση του αφορολόγητου πρέπει να εφαρμοστεί το επόμενο έτος, όπως έχει νομοθετηθεί, καθώς θα διευρύνει την φορολογική βάση και συνεπώς θα επιτρέψει στην Αθήνα να μειώσει τους φόρους για τα πιο αδύναμα στρώματα.

Στο παρελθόν το Ταμείο είχε εκτιμήσει πως περίπου τα μισά ελληνικά νοικοκυριά δηλώνουν εισοδήματα κάτω από το αφορολόγητο όριο.

Ο Οργανισμός στέκεται επίσης ιδιαίτερα στην «αδύναμη» κουλτούρα πληρωμής που υπάρχει στην Ελλάδα. Καλεί την κυβέρνηση να αναθεωρήσει τις σκέψεις της για καινούργιες ρυθμίσεις ασφαλιστικών και φορολογικών οφειλών σε 120 δόσεις, ζήτημα όπου ήδη έχει διατυπώσει προβληματισμό και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Τράπεζες και πρώτη κατοικία

Στο μέτωπο των τραπεζών, το ΔΝΤ επισημαίνει εκ νέου τον μεγάλο όγκο των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, που τον Σεπτέμβριο ανέρχονταν σε περίπου 87 δισεκατομμύρια ευρώ, συμφωνώντας με τους υπόλοιπους θεσμούς πως αυτό εμποδίζει την απρόσκοπτη «φρέσκια» χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας.

Το Ταμείο ωστόσο δεν προτείνει ανακεφαλαιοποίηση των ιδρυμάτων, όπως έπραττε παλαιότερα, καλώντας αντίθετα την κυβέρνηση να αποδυναμώσει το πλαίσιο προστασίας για την πρώτη κατοικία και να άρει κάθε εμπόδιο στην λειτουργία των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών και του εξωδικαστικού συμβιβασμού.

Σε κάθε περίπτωση του ΔΝΤ υπογραμμίζει πως οι αδυναμίες των τραπεζών πρέπει να διευθετηθούν το ταχύτερο δυνατό καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν βαθιές ροές χρηματοδότησης ανάμεσα στο κράτος και τον χρηματοπιστωτικό τομέα.

Το ΔΝΤ υπολογίζει πως η έκθεση των ελληνικών τραπεζών στο δημόσιο χρέος ισοδυναμεί σχεδόν με το 180% του «πυρήνα» των κεφαλαίων που έχουν αθροιστικά για την μέτρηση της κεφαλαιακής τους επάρκειας. Εάν η απόδοση των ελληνικών ομολόγων χειροτερέψει κατά μία μονάδα, ο δείκτης επάρκειας των τεσσάρων συστημικών τραπεζών θα μειωθεί κατά περίπου μισή μονάδα κατά μέσο όρο, εκτιμούν οι αναλυτές του Ταμείου.

Η μελέτη του ΔΝΤ έρχεται μία ημέρα αφότου το Eurogroup «πάγωσε» τουλάχιστον έως τον Απρίλιο την εκταμίευση δόσης 1 δισεκατομμυρίου ευρώ και ενδέχεται να στείλει αρνητικό σινιάλο στις αγορές, την ώρα που η Αθήνα επιχειρεί να επιστρέψει πλήρως σε καθεστώς αυτοχρηματοδότησης.