Η εκρηκτική άνοδος των φορολογικών εσόδων από τις βραχυχρόνιες μισθώσεις, τα οποία από 70 εκατομμύρια ευρώ το 2017 εκτοξεύθηκαν στα 973 εκατομμύρια το 2025, έχει μετατρέψει τον κλάδο σε βασικό πυλώνα του κρατικού προϋπολογισμού. Αυτή η οικονομική πραγματικότητα αναγκάζει την κυβέρνηση να αποφύγει τις οριζόντιες απαγορεύσεις, επιλέγοντας αντίθετα μια στρατηγική «χειρουργικών» παρεμβάσεων σε περιοχές όπου το στεγαστικό πρόβλημα είναι οξύ.
Στο πλαίσιο αυτό, το 2026 χαρακτηρίζεται από γεωγραφικά στοχευμένους περιορισμούς. Στην Αθήνα διατηρείται το πάγωμα νέων αδειών σε κορεσμένες ζώνες του κέντρου, ενώ από την 1η Μαρτίου 2026 το μέτρο επεκτείνεται και στο ιστορικό κέντρο της Θεσσαλονίκης. Μια σημαντική λεπτομέρεια που πρέπει να προσέξουν οι ιδιοκτήτες είναι ότι στις «κλειστές» περιοχές ο Αριθμός Μητρώου Ακινήτου (ΑΜΑ) παύει να είναι μεταβιβάσιμος. Σε περίπτωση πώλησης ή γονικής παροχής, η άδεια Airbnb διαγράφεται οριστικά, ακόμη και αν το ακίνητο λειτουργούσε νόμιμα μέχρι εκείνη τη στιγμή.
Παρά την αυστηροποίηση του πλαισίου και μια μικρή κάμψη των εσόδων ανά κατάλυμα λόγω του αυξημένου ανταγωνισμού, η βραχυχρόνια μίσθωση παραμένει σαφώς πιο κερδοφόρα από την παραδοσιακή ενοικίαση. Στο κέντρο της πρωτεύουσας, το καθαρό μηνιαίο κέρδος από ένα Airbnb υπολογίζεται στα 800 ευρώ, έναντι των περίπου 600 ευρώ που αποδίδει μια μακροχρόνια μίσθωση για ένα αντίστοιχο διαμέρισμα 75 τ.μ. Αυτή η διαφορά των 200 ευρώ, σε συνδυασμό με την ασφάλεια της προείσπραξης και τον καλύτερο έλεγχο του ακινήτου, εξηγεί γιατί ο αριθμός των διαθέσιμων καταλυμάτων αυξήθηκε κατά 12% το τελευταίο έτος, παρά τα περιοριστικά μέτρα.
Η κυβερνητική πολιτική για το 2026 δείχνει να ισορροπεί σε ένα τεντωμένο σχοινί: από τη μία πλευρά επιχειρεί να εκτονώσει την πίεση στην αγορά κατοικίας για τους μόνιμους κατοίκους και από την άλλη να προστατεύσει μια πηγή εσόδων που πλησιάζει το ένα δισεκατομμύριο ευρώ ετησίως.