Σε μια δομική αλλαγή του χάρτη της ελληνικής αγοράς εργασίας εξελίσσεται η παράλληλη απασχόληση, καθώς τα στοιχεία του ΕΦΚΑ για την περίοδο 2019-2025 αποκαλύπτουν μια εντυπωσιακή τάση: οι εργαζόμενοι που απασχολούνται σε περισσότερες από μία δουλειές αυξάνονται με ρυθμό πολύ ταχύτερο από ό,τι το σύνολο των μισθωτών.
Συγκεκριμένα, ενώ η συνολική απασχόληση ενισχύθηκε κατά 17%, ο αριθμός των «πολυθεσιτών» εκτινάχθηκε κατά 25%, φτάνοντας πλέον τους 333.623 τον Ιούνιο του 2025, από 249.497 που ήταν προ εξαετίας.
Σύμφωνα με αναλυτές, η στροφή αυτή δεν είναι επιλογή αλλά ανάγκη, καθώς οι μισθωτοί αναζητούν πρόσθετα εισοδήματα για να ανταπεξέλθουν στο αυξημένο κόστος διαβίωσης και την ακρίβεια, εκμεταλλευόμενοι παράλληλα τις σημαντικές ελλείψεις εργατικού δυναμικού που καταγράφονται σε πολλούς κλάδους.
Τα χαρακτηριστικά της νέας πραγματικότητας
Η δυναμική της παράλληλης εργασίας είναι τέτοια που μία στις έξι νέες θέσεις εργασίας που δημιουργήθηκαν τα τελευταία έξι χρόνια αφορά άτομα που ήδη είχαν μια απασχόληση. Το «ειδικό βάρος» της κατηγορίας αυτής στο σύνολο των μισθωτών αυξήθηκε από το 9,5% στο 10,6%, με την πιο ραγδαία άνοδο (+37%) να καταγράφεται σε όσους συνδυάζουν μια θέση πλήρους απασχόλησης με «λοιπές» μορφές εργασίας (π.χ. εκ περιτροπής).
Ο χάρτης των 333.623 παράλληλα απασχολούμενων
Η ακτινογραφία των εργαζομένων που μοιράζονται σε παραπάνω από ένα εργασιακά περιβάλλοντα διαμορφώνεται ως εξής:
Πλήρης + Μερική απασχόληση: Αποτελεί τη μεγαλύτερη ομάδα με 136.888 άτομα (4,35% του συνόλου).
Πλήρης + Λοιπές απασχολήσεις: Αριθμεί 40.001 μισθωτούς.
Πολλαπλές συμβάσεις πλήρους/λοιπής απασχόλησης: 33.187 εργαζόμενοι.
Διπλή μερική απασχόληση: 86.578 άτομα επιλέγουν ή αναγκάζονται να συνδυάσουν δύο «μισές» δουλειές.
Πολλαπλή μερική απασχόληση: Σχεδόν 37.000 εργαζόμενοι διατηρούν από τρεις έως και πάνω από τέσσερις συμβάσεις μερικής απασχόλησης για να συμπληρώσουν ένα ικανοποιητικό εισόδημα.
Η τάση αυτή αναδεικνύει ότι η αγορά εργασίας στην Ελλάδα μετασχηματίζεται, με τον παραδοσιακό «έναν εργοδότη» να υποχωρεί μπροστά στην ανάγκη για πολλαπλές πηγές εσόδων.