«Καμπανάκι» από το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή

Παρά τα μέτρα-παροχές που έδωσε η κυβέρνηση, η ελληνική οικονομία δεν έχει βγει εκτός στόχων, ωστόσο το υπερπλεόνασμα του 2019 υπερκαλύφθηκε
Ενημερώθηκε: 29/05/19 - 18:04

Το υπερπλεόνασμα του 2019 έφτασε... στα όριά του μετά τις εξαγγελίες και τις παροχές.

Αυτό αναφέρει το το Γραφείο Προϋπολογισμού στη Βουλή στην τριμηνιαία έκθεσή του και τονίζει ότι χρειάζονται και άλλα μέτρα για να καλύψουν το κόστος για τις "μόνιμες" παροχές, τονίζοντας ωστόσο τις θετικές εξελίξεις στην οικονομία και την δημοσιονομική σταθερότητα. 

Πιο συγκεκριμένα, η επίπτωση 0,55% του ΑΕΠ, όπως αναφέρεται σε τηλεγράφημα του ΑΠΕ-ΜΠΕ,  από το πακέτο των ευνοϊκών μέτρων που ανακοίνωσε η κυβέρνηση είναι εντός του προβλεπόμενου δημοσιονομικού χώρου για το υπερπλεόνασμα του 2019.

Οι προειδοποιήσεις

Υπάρχουν βέβαια και επιφυλάξεις. Όπως προαναφέρθηκε, το πακέτο θετικών μέτρων της κυβέρνησης αντιστοιχεί σε περίπου 0,55% του ΑΕΠ, όμως ο «επιτρεπόμενος» δημοσιονομικός χώρος ήταν… 0,6% του ΑΕΠ. Όλα λοιπόν, με απλά λόγια, είναι στα όρια τους κι ενώ δεν έχουμε καν φτάσει στα μέσα της χρονιάς. 

Αναλυτικά η σύνοψη των συμπερασμάτων της τριμηνιαίας έκθεσης του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής με το υπερπλεόνασμα στο επίκεντρο, είναι η ακόλουθη:

"Σύμφωνα με τα έως τώρα διαθέσιμα στοιχεία, η ελληνική οικονομία διατήρησε τη θετική δυναμική της. Η μεγέθυνση το 2018 ήταν στο επίπεδο του μέσου όρου της Ευρωζώνης, με μεγάλη συνεισφορά των εξαγωγών αλλά αρνητική μεταβολή των συνολικών επενδύσεων.

Η ανεργία μειώνεται, η απασχόληση και οι αμοιβές αυξάνονται, ο πληθωρισμός παρουσιάζει αυξητική τάση αλλά το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών έχει διευρυνθεί"..

Οι βραχυχρόνιοι δείκτες για το 2019 παρουσιάζουν μικτή εικόνα, με επιδείνωση του δείκτη οικονομικού κλίματος, αλλά βελτίωση του δείκτη υπεύθυνων προμηθειών (PMI). Οι επίσημες προβλέψεις για τον ρυθμό μεγέθυνσης του 2019 κυμαίνονται από 1,9% (Τράπεζα της Ελλάδος) μέχρι 2,4% (Διεθνές Νομισματικό Ταμείο). Οι σημαντικοί κίνδυνοι για την ελληνική οικονομία προκύπτουν κατά κύριο λόγο από το εξωτερικό, ιδιαίτερα την επιβράδυνση που παρουσιάζει η Ευρωζώνη, την ευρύτερη χρηματοοικονομική αστάθεια και την κλιμάκωση της εμπορικής διαμάχης ΗΠΑ και Κίνας.

Καμπανάκι ESM για τις παροχές Τσίπρα

 
Στα δημοσιονομικά στοιχεία, η χώρα μας κατέγραψε το υψηλότερο πρωτογενές πλεόνασμα μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης (4,4% του ΑΕΠ) και το πέμπτο υψηλότερο συνολικό πλεόνασμα (1,1% του ΑΕΠ, συμπεριλαμβανομένων των τόκων δημοσίου χρέους) επιβεβαιώνοντας την ικανότητα της ελληνικής οικονομίας να παράγει υψηλά και διατηρήσιμα πλεονάσματα. Το γεγονός αυτό προσδίδει πρόσθετη αξιοπιστία στην οικονομική πολιτική και στη δημοσιονομική διαχείριση και εκφράζεται με την αποκλιμάκωση των αποδόσεων των τίτλων του ελληνικού δημοσίου και την πιστοληπτική αναβάθμιση της Ελλάδας από τον οίκο αξιολόγησης DBRS.

Το Πρόγραμμα Σταθερότητας που κατέθεσε η χώρα στην ΕΕ προβλέπει διατήρηση των πρωτογενών και συνολικών πλεονασμάτων για τα επόμενα χρόνια καθώς και την ύπαρξη δημοσιονομικού χώρου της τάξης του 0,6% του ΑΕΠ για το 2019.

Οι προβλέψεις αυτές αναθεωρούνται εκ των πραγμάτων μετά την ψήφιση μιας σειράς επεκτατικών μέτρων που περιλαμβάνουν τη μείωση του ΦΠΑ σε επεξεργασμένα τρόφιμα, εστίαση, ηλεκτρικό ρεύμα και φυσικό αέριο, την αναμόρφωση των συντάξεων χηρείας, την καταβολή ειδικού συνταξιοδοτικού επιδόματος (13η σύνταξη) και τη δυνατότητα ρύθμισης σε 120 δόσεις των οφειλών προς την εφορία, τα ασφαλιστικά ταμεία και την τοπική αυτοδιοίκηση. Η συνολική επίπτωση των μέτρων για το 2019, σύμφωνα με τις εκθέσεις του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, είναι κοντά στο 0,55% του ΑΕΠ και μπορεί να καλυφθεί από τον προβλεπόμενο δημοσιονομικό χώρο.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Τα πρόσφατα επεκτατικά μέτρα ευνοούν κατά κύριο λόγο τους συνταξιούχους αλλά και τους συναλλασσόμενους στις αγορές αγαθών που μειώνεται ο ΦΠΑ. Ειδικά για το δεύτερο, η κατανομή του οφέλους μεταξύ καταναλωτών και παραγωγών θα εξαρτηθεί από την επίπτωση στις τελικές τιμές των αγαθών, η οποία με τη σειρά της εξαρτάται από τις συνθήκες που επικρατούν σε κάθε αγορά. Θεωρητικά, όσο περισσότερο μειωθούν οι τιμές, τόσο μεγαλύτερο όφελος θα καταλήξει στους καταναλωτές ενώ αντίθετα, αν οι τιμές δεν μειωθούν το όφελος θα καταλήξει στους παραγωγούς.

Σημειώνεται, τέλος, ότι τα επεκτατικά μέτρα αναμένεται να επιδράσουν θετικά στην ιδιωτική κατανάλωση η οποία, κατά το μέρος που δεν καταλήξει σε εισαγωγές, θα ενισχύσει τον ετήσιο ρυθμό μεγέθυνσης. Αυτό θα αντισταθμίσει εν μέρει το δημοσιονομικό τους κόστος, ωστόσο δεν θα πρέπει να υπάρχει η εσφαλμένη εντύπωση ότι η αντιστάθμιση θα είναι πλήρης και τα επεκτατικά μέτρα είναι αυτοχρηματοδοτούμενα. Με δεδομένο τον μόνιμο χαρακτήρα τους, η επίπτωσή τους θα πρέπει να ληφθεί υπόψη στην κατάρτιση του μεσοπρόθεσμου προγράμματος και των ετήσιων προϋπολογισμών ώστε να διασφαλιστεί η επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα».