Η Τουρκία βιώνει την πλήρη αποδόμηση του κράτους δικαίου, με τη δικαστική εξουσία να έχει μετατραπεί από ανεξάρτητο πυλώνα της δημοκρατίας σε πειθήνιο όργανο του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.
Ενώ κάποτε το δικαστικό σύστημα διέθετε το σθένος να ερευνά σκάνδαλα διαφθοράς ακόμη και στο στενό περιβάλλον υπουργών, σήμερα λειτουργεί ως μηχανισμός εξόντωσης των πολιτικών αντιπάλων του προεδρικού μεγάρου.
Η δραματική αυτή μετάλλαξη ξεκίνησε το 2014, όταν οι αποκαλύψεις για το σκάνδαλο δωροδοκιών και ξεπλύματος χρήματος —με πρωταγωνιστές τον γιο του Ερντογάν, Μπιλάλ, και τον γαμπρό του, Μπεράτ Αλμπαϊράκ— απείλησαν την καρδιά της τότε κυβέρνησης, αναφέρει το nordicmonitor.
Η απάντηση του Ερντογάν ήταν μια σαρωτική «εκκαθάριση». Προκειμένου να θάψει τις έρευνες που συνέδεαν το στενό του περιβάλλον με τον Ιρανό επιχειρηματία Ρεζά Ζαράμπ και τη μεταφορά οπλισμού σε τζιχαντιστικές οργανώσεις στη Συρία μέσω της ΜΙΤ, ο Τούρκος ηγέτης διέλυσε το σώμα των δικαστών και εισαγγελέων.
Κομβικό σημείο υπήρξε ο έλεγχος του Ανώτατου Συμβουλίου Δικαστών και Εισαγγελέων (HSK) το 2014, όπου με έναν συνδυασμό εξαγοράς συνειδήσεων (υποσχέσεις για μισθούς και προνόμια) και ανίερων συμμαχιών με εθνικιστικούς και κεμαλικούς κύκλους, κατάφερε να διορίσει πιστούς ακολούθους.
Το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016 αποτέλεσε το τελικό πρόσχημα για την ολοκληρωτική άλωση της δικαιοσύνης. Μέσα σε λίγες ώρες, προκατασκευασμένες λίστες οδήγησαν στην απόλυση πάνω από 4.000 λειτουργών, μειώνοντας το δικαστικό σώμα στο μισό.
Το κενό καλύφθηκε με ταχύρρυθμους διορισμούς χιλιάδων δικηγόρων που πρόσκεινται στο κυβερνών κόμμα ΑΚΡ. Σήμερα, με περίπου 20.000 νέους διορισμούς με πολιτικά κριτήρια, τα τουρκικά δικαστήρια χρησιμοποιούνται πλέον για τη φυλάκιση δημοσιογράφων, ακαδημαϊκών και εκλεγμένων δημάρχων, αλλά και ως «διπλωματικό νόμισμα» στις διαπραγματεύσεις της Άγκυρας με τη Δύση.
Η κληρονομιά αυτής της θεσμικής διάβρωσης αναμένεται να αποτελέσει το μεγαλύτερο εμπόδιο για την αποκατάσταση της δημοκρατίας στην Τουρκία, ακόμη και μετά το τέλος της εποχής Ερντογάν.