Σήματα ανησυχίας εκπέμπει η αγορά κρατικών ομολόγων των ΗΠΑ, καθώς μια σειρά από αλληλένδετες εξελίξεις ενισχύουν τις πιέσεις στη μεγαλύτερη και σημαντικότερη αγορά χρέους παγκοσμίως, σύμφωνα με ανάλυση του CNN.
Η αναζωπύρωση της πολεμικής σύγκρουσης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν έχει αυξήσει τις αμερικανικές αμυντικές δαπάνες, ενώ παράλληλα έχει προκαλέσει νέα άνοδο στις τιμές του πετρελαίου και των καυσίμων. Το ενεργειακό κόστος εντείνει τις ανησυχίες για τον πληθωρισμό, σε μια περίοδο κατά την οποία οι επενδυτές παρακολουθούν με αυξημένη προσοχή το διογκούμενο αμερικανικό δημόσιο χρέος.
Η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού κρατικού ομολόγου, που αποτελεί βασικό σημείο αναφοράς για το κόστος δανεισμού της κυβέρνησης, αυξήθηκε την Τετάρτη στο υψηλότερο επίπεδο σχεδόν τριών ετών.
Η εξέλιξη αυτή έχει ευρύτερες συνέπειες, καθώς οι υψηλότερες αποδόσεις μεταφράζονται σε ακριβότερα στεγαστικά δάνεια για τα νοικοκυριά, υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης για τις επιχειρήσεις και μεγαλύτερη επιβάρυνση για την εξυπηρέτηση του αμερικανικού χρέους.
Ο κίνδυνος ενός φαύλου κύκλου
Οι αναλυτές προειδοποιούν ότι μπορεί να δημιουργηθεί ένας αυτοτροφοδοτούμενος κύκλος. Όσο παρατείνεται και κλιμακώνεται ο πόλεμος, αυξάνονται οι πιέσεις στις τιμές της ενέργειας και οι φόβοι για τον πληθωρισμό. Αυτό με τη σειρά του μπορεί να οδηγήσει σε υψηλότερες αποδόσεις ομολόγων, να αυξήσει το κόστος χρήματος και τελικά να επιβαρύνει την οικονομική δραστηριότητα και τις χρηματιστηριακές αγορές.
Η οικονομική στρατηγός της Fundstrat, Χαρντίκα Σινγκ, εκτίμησε ότι δεν διαφαίνεται άμεσα λύση ούτε στο μέτωπο του πληθωρισμού ούτε στον πόλεμο και το δημοσιονομικό έλλειμμα.
Το πρόβλημα, μάλιστα, δεν περιορίζεται στις ΗΠΑ. Οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων έχουν αυξηθεί σημαντικά και σε άλλες μεγάλες οικονομίες. Στη Γερμανία, η απόδοση του 10ετούς ομολόγου έφτασε σε επίπεδα που είχαν να καταγραφούν από το 2011, ενώ στη Βρετανία η απόδοση του 30ετούς τίτλου κινήθηκε στο υψηλότερο σημείο από το 1998.
Στην Ιαπωνία, η απόδοση του 10ετούς κρατικού ομολόγου ξεπέρασε το 3%, για πρώτη φορά από το 1996, καθώς η χώρα αντιμετωπίζει εκ νέου έντονες πληθωριστικές πιέσεις μετά από δεκαετίες σχεδόν μηδενικών αυξήσεων στις τιμές.
Το ενεργειακό κόστος αναζωπυρώνει τον πληθωρισμό
Η διαταραχή στις ενεργειακές ροές από τον Περσικό Κόλπο έχει επιβαρύνει τις διεθνείς αγορές, παρά τις προσπάθειες για εναλλακτικές διαδρομές μεταφοράς πετρελαίου και τη μείωση των κινεζικών εισαγωγών.
Σύμφωνα με την αμερικανική AAA, ο Αύγουστος ήταν ο ακριβότερος μήνας που έχει καταγραφεί στις ΗΠΑ όσον αφορά τις τιμές της βενζίνης. Παράλληλα, η τιμή του ντίζελ, που αποτελεί κρίσιμο καύσιμο για τη λειτουργία της οικονομίας και των μεταφορών, έχει αυξηθεί κατά 51% από την έναρξη του πολέμου.
Όσο η σύγκρουση συνεχίζεται, ενισχύεται ο φόβος ότι ο ήδη υψηλός πληθωρισμός θα δεχθεί νέα πίεση, προκαλώντας περαιτέρω άνοδο στις αποδόσεις των ομολόγων.
Ο επικεφαλής στρατηγικής αγοράς της B. Riley Wealth Management, Αρτ Χόγκαν, έκανε λόγο για έναν φαύλο κύκλο που δύσκολα μπορεί να ανακοπεί χωρίς μια αξιόπιστη προοπτική τερματισμού του πολέμου.
Οι εξελίξεις έχουν επίσης αυξήσει τις προσδοκίες ότι η Federal Reserve θα μπορούσε να εξετάσει ακόμη και αύξηση των επιτοκίων στη συνεδρίασή της αργότερα μέσα στον μήνα, εφόσον οι πληθωριστικές πιέσεις συνεχιστούν.
Το κόστος του πολέμου επιβαρύνει το αμερικανικό χρέος
Σημαντικό πρόβλημα αποτελεί και το δημοσιονομικό κόστος της πολεμικής σύγκρουσης. Οι αυξημένες ανάγκες για αμυντικές δαπάνες σημαίνουν μεγαλύτερο δανεισμό για την αμερικανική κυβέρνηση, σε μια περίοδο κατά την οποία το δημόσιο χρέος έχει ήδη ξεπεράσει τα 40 τρισ. δολάρια.
Η κατάσταση δεν αφορά μόνο τις ΗΠΑ. Ευρωπαϊκές χώρες, η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα έχουν επίσης αυξήσει τις αμυντικές τους δαπάνες λόγω των εντεινόμενων γεωπολιτικών κινδύνων.
Ο Ντέιβιντ Κέλι, επικεφαλής παγκόσμιας στρατηγικής της JPMorgan Asset Management, υποστήριξε ότι ο κόσμος φαίνεται να εισέρχεται σε μια περίοδο παρατεταμένων συγκρούσεων, με το οικονομικό κόστος να γίνεται ολοένα μεγαλύτερο.
Τα ομόλογα ανταγωνίζονται τις μετοχές
Η άνοδος των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων καθιστά παράλληλα λιγότερο ελκυστικές τις μετοχές, καθώς οι επενδυτές έχουν πλέον στη διάθεσή τους μια ασφαλέστερη επενδυτική επιλογή με υψηλότερη απόδοση.
Ιδιαίτερα ευάλωτες θεωρούνται οι τεχνολογικές μετοχές με πολύ υψηλές αποτιμήσεις. Όσο η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού ομολόγου πλησιάζει το 5%, τόσο δυσκολότερο γίνεται για τους επενδυτές να δικαιολογήσουν την ανάληψη υψηλότερου κινδύνου για τοποθετήσεις σε μετοχές τεχνολογίας.
Την ίδια στιγμή, η Ουάσιγκτον καλείται να διαχειριστεί και το αυξανόμενο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους. Σύμφωνα με το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών, οι ΗΠΑ έχουν ήδη καταβάλει 931 δισ. δολάρια σε καθαρούς τόκους από την έναρξη του τρέχοντος οικονομικού έτους, ποσό μεγαλύτερο από τα 804 δισ. δολάρια που έχουν διατεθεί για την εθνική άμυνα.
Σε ορίζοντα δεκαετίας, οι καθαρές δαπάνες για τόκους εκτιμάται ότι θα ξεπεράσουν τα 16 τρισ. δολάρια, σύμφωνα με το Peter G. Peterson Foundation. Η εκτίμηση αυτή, μάλιστα, ενδέχεται να αποδειχθεί ακόμη υψηλότερη εάν οι αποδόσεις των ομολόγων συνεχίσουν να αυξάνονται.
Η παρέμβαση Μπέσεντ δεν ανέκοψε τις πιέσεις
Σε μια προσπάθεια να περιορίσει τις πιέσεις στην αγορά, ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, είχε προχωρήσει τον περασμένο μήνα σε παρέμβαση που προέβλεπε τουλάχιστον διπλασιασμό των επαναγορών κρατικών ομολόγων από το αμερικανικό Δημόσιο.
Η κίνηση είχε προσωρινό αποτέλεσμα, καθώς οι αποδόσεις υποχώρησαν αρχικά, αλλά οι πιέσεις επανήλθαν μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα και οι αποδόσεις ξεπέρασαν τελικά τα επίπεδα πριν από την παρέμβαση.
Η Χαρντίκα Σινγκ χαρακτήρισε την προσπάθεια αποτυχημένη, υποστηρίζοντας ότι ενδέχεται μάλιστα να ενίσχυσε τις ανησυχίες των επενδυτών, καθώς αποκάλυψε τον βαθμό προβληματισμού της αμερικανικής κυβέρνησης.
Από την πλευρά του, ο Ντέιβιντ Κέλι εκτίμησε ότι η παρέμβαση δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει το βασικό πρόβλημα, δηλαδή τα πολύ υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα και την ανάγκη για συνεχή νέο δανεισμό.
Κατά τον ίδιο, χωρίς μια ουσιαστική αλλαγή στην πορεία του αμερικανικού χρέους, η Ουάσιγκτον έχει περιορισμένα περιθώρια να ανακόψει την άνοδο του κόστους δανεισμού.
Παράλληλα, η αμερικανική κυβέρνηση αντιμετωπίζει έναν ακόμη ανταγωνιστή για την άντληση κεφαλαίων: τις τεράστιες επενδύσεις των τεχνολογικών κολοσσών στην τεχνητή νοημοσύνη. Η κατασκευή data centers σε παγκόσμια κλίμακα απαιτεί τρισεκατομμύρια δολάρια, μέρος των οποίων αντλείται από την αγορά ομολόγων, αυξάνοντας τον ανταγωνισμό για διαθέσιμα κεφάλαια.
Με τα επιτόκια, τον πληθωρισμό, τις πολεμικές δαπάνες και το δημόσιο χρέος να κινούνται ταυτόχρονα ανοδικά, η αγορά αμερικανικών ομολόγων βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με μια σύνθετη δοκιμασία. Όπως εκτιμούν αναλυτές, μια βαθιά ύφεση θα μπορούσε να οδηγήσει σε σημαντική άνοδο των τιμών των ομολόγων, όμως το τίμημα μιας τέτοιας εξέλιξης θα ήταν ιδιαίτερα βαρύ για την αμερικανική οικονομία.