Στη σύνταξη σχεδίου για την επιβολή 90ήμερης απαγόρευσης στις εξαγωγές ντίζελ προσανατολίζεται η κυβέρνηση Τραμπ, σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να συγκρατήσει τις τιμές των καυσίμων που απειλούν τις εκλογικές προοπτικές των Ρεπουμπλικανών ενόψει των κρίσιμων ενδιάμεσων εκλογών. Η πρωτοβουλία αυτή έχει προκαλέσει έντονες τριβές τόσο στο εσωτερικό του Λευκού Οίκου όσο και με την αμερικανική πετρελαϊκή βιομηχανία.
Η αλματώδης αύξηση στην τιμή του ντίζελ —η οποία έφτασε τα 6,52 δολάρια το γαλόνι, καταγράφοντας άνοδο κατά 91 σεντς σε έναν μήνα και κατά 2,83 δολάρια σε σύγκριση με πέρυσι— αποδίδεται στον πόλεμο των ΗΠΑ με το Ιράν και στα πλήγματα της Ουκρανίας σε ρωσικά διυλιστήρια.
Οι εξελίξεις αυτές έχουν ξεσηκώσει κύμα αντιδράσεων, ιδιαίτερα από Ρεπουμπλικανούς βουλευτές αγροτικών πολιτειών που πιέζουν άμεσα για μέτρα.
Εφόσον υλοποιηθεί, το μέτρο θα αποτελέσει την πρώτη επιβολή περιορισμών στις αμερικανικές ενεργειακές εξαγωγές από το 2015, όταν η κυβέρνηση Ομπάμα είχε καταργήσει την πολυετή απαγόρευση εξαγωγής αργού πετρελαίου.
Παρά τις πιέσεις, εκπρόσωποι του πετρελαϊκού τομέα, στελέχη διυλιστηρίων αλλά και μέλη της ίδιας της κυβέρνησης προειδοποιούν ότι η απαγόρευση ενδέχεται να λειτουργήσει ως μπούμερανγκ. Όπως επισημαίνουν, η προσωρινή συγκράτηση των τιμών ενδέχεται να οδηγήσει σε μείωση της παραγωγής και τελικά σε νέο κύμα ακρίβειας στη βενζίνη και τα αεροπορικά καύσιμα.
Ωστόσο, με τις κάλπες να απέχουν λιγότερο από επτά εβδομάδες, το πολιτικό επιτελείο του Ντόναλντ Τραμπ φαίνεται να επικρατεί των πιο επιφυλακτικών φωνών, προτάσσοντας την ανάγκη για άμεση δράση στα πρατήρια και αφήνοντας τις πιθανές παρενέργειες να αντιμετωπιστούν αργότερα.
Παρά τις πληροφορίες για ανακοινώσεις εντός της εβδομάδας, αξιωματούχος του Λευκού Οίκου απέρριψε το σχετικό δημοσίευμα του Politico χαρακτηρίζοντάς το ως ανυπόστατο.