Σε μια κίνηση που προκαλεί έντονο προβληματισμό στην Αθήνα και τις Βρυξέλλες, ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ κάλεσε τον Κυριάκο Μητσοτάκη στην Ουάσιγκτον για τις 19 Φεβρουαρίου.
Αντικείμενο της συνάντησης είναι η συμμετοχή της Ελλάδας στο νεοσύστατο «Συμβούλιο της Ειρήνης» (Board of Peace) και συγκεκριμένα οι διεργασίες για τη δεύτερη φάση της ανοικοδόμησης στη Γάζα. Η πρόσκληση, που εστάλη και στη Λευκωσία, φέρνει την ελληνική κυβέρνηση ενώπιον μιας δύσκολης εξίσωσης, καθώς καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στη στρατηγική σχέση με τις ΗΠΑ και την κοινή ευρωπαϊκή γραμμή.
Η στάση της Αθήνας και ο «αστερίσκος» της Γάζας
Παρά το τιμητικό της πρόσκλησης, το Μέγαρο Μαξίμου τηρεί στάση αναμονής, αξιολογώντας προσεκτικά τα υπέρ και τα κατά. Η Ελλάδα, ακολουθώντας την πλειονότητα των εταίρων της στην ΕΕ, είχε εκφράσει αρχικά επιφυλάξεις για το συγκεκριμένο Συμβούλιο, το οποίο πολλοί θεωρούν ως μια προσπάθεια του Τραμπ να παρακάμψει τον ΟΗΕ. Ωστόσο, η Αθήνα έχει αφήσει ανοιχτό παράθυρο συμμετοχής αποκλειστικά για το ζήτημα της Γάζας. Ο Πρωθυπουργός και ο Υπουργός Εξωτερικών, Γιώργος Γεραπετρίτης, βρίσκονται σε διαρκή επικοινωνία με τους Ευρωπαίους ομολόγους τους, επιδιώκοντας μια κοινή στάση πριν ληφθεί η τελική απόφαση.
Οι κίνδυνοι και το «αγκάθι» του Κυπριακού
Πέρα από το ανθρωπιστικό σκέλος της Γάζας, η Λευκωσία και η Αθήνα βλέπουν σοβαρούς κινδύνους στη νέα πρωτοβουλία του Τραμπ. Ο φόβος έγκειται στην πρόθεση του Αμερικανού προέδρου να χρησιμοποιήσει το Συμβούλιο για τη διευθέτηση και άλλων διεθνών ζητημάτων, όπως το Κυπριακό, εκτός του πλαισίου και των αποφάσεων του ΟΗΕ. Η Κυπριακή Δημοκρατία επιβεβαίωσε ότι έλαβε πρόσκληση να αποτελέσει ένα από τα 25 ιδρυτικά κράτη, όμως η ανησυχία για ενδεχόμενες αυθαίρετες λύσεις που θα εξυπηρετούν αμερικανικά συμφέροντα παραμένει έντονη.
Ένας «αντί-ΟΗΕ» με αντίτιμο ένα δισεκατομμύριο
Το «Συμβούλιο της Ειρήνης», που ιδρύθηκε στα τέλη Ιανουαρίου με τον Τραμπ ως ισόβιο πρόεδρο, δέχεται σφοδρή κριτική διεθνώς. Η δομή του προκαλεί αίσθηση, καθώς οι χώρες που επιθυμούν μόνιμη έδρα καλούνται να καταβάλουν το αστρονομικό ποσό του ενός δισεκατομμυρίου δολαρίων. Για τους αναλυτές, η προσπάθεια αυτή αποτελεί έναν μηχανισμό επιβολής της αμερικανικής ισχύος που απειλεί να αντικαταστήσει τους παραδοσιακούς διεθνείς οργανισμούς, θέτοντας τους προσκεκλημένους ηγέτες μπροστά σε μια ιστορική απόφαση για το μέλλον της πολυμερούς διπλωματίας.