Στο επίκεντρο της παγκόσμιας διπλωματίας βρίσκεται η επερχόμενη, ιδιαίτερα κρίσιμη Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, με την ευρωπαϊκή κοινότητα να παρακολουθεί με έκδηλη ανησυχία τις επικείμενες κινήσεις του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ.
Στο περιθώριο της Συμμαχίας, ένα επίσημο ραντεβού ανάμεσα στον Κυριάκο Μητσοτάκη και τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν παραμένει στον «αέρα». Παρότι μια σύντομη, ανεπίσημη επαφή δεν μπορεί να αποκλειστεί, κυβερνητικές πηγές στο αναφέρουν ότι η Αθήνα δεν θεωρεί τη συγκεκριμένη συγκυρία ιδανική, δεδομένου ότι το διμερές πλαίσιο συζητήθηκε εκτενώς τον περασμένο Φεβρουάριο, ενώ και το πρόγραμμα της Συνόδου είναι εξαιρετικά πυκνό και χρονικά περιορισμένο.
Η ελληνική πλευρά διαμηνύει σε όλους τους τόνους ότι επιθυμεί τη διατήρηση των ήρεμων νερών με τη γείτονα, ωστόσο θέτει ως απαράβατο όρο τον σεβασμό του διεθνούς δικαίου, τονίζοντας ότι μια υποψήφια προς ένταξη χώρα στην Ε.Ε. δεν μπορεί να απειλεί μέλη της.
Παράλληλα, η Αθήνα στέλνει σαφές μήνυμα ετοιμότητας, ξεκαθαρίζοντας ότι δεν θα παραμείνει απαθής σε περίπτωση που το προκλητικό νομοσχέδιο για τη «Γαλάζια Πατρίδα» κατατεθεί στην τουρκική εθνοσυνέλευση.
Από την άλλη πλευρά, η Άγκυρα αντιμετωπίζει τη διοργάνωση ως μια χρυσή ευκαιρία να αυτοπροβληθεί ως αναντικατάστατος γεωπολιτικός πόλος της Δύσης, κεφαλαιοποιώντας τον ρόλο της στις περιφερειακές κρίσεις και επιδιώκοντας την αναβάθμιση των εξοπλιστικών της προγραμμάτων.
Το ενδιαφέρον κορυφώνεται με την άφιξη του Ντόναλντ Τραμπ στην τουρκική πρωτεύουσα. Ο Αμερικανός πρόεδρος θα επισκεφθεί το μαυσωλείο του Ατατούρκ και στη συνέχεια θα συναντηθεί στο Προεδρικό Μέγαρο με τον Ερντογάν, με την ατζέντα να περιλαμβάνει τις διμερείς σχέσεις, τον πόλεμο στην Ουκρανία και τη φλεγόμενη Μέση Ανατολή.
Την ίδια ώρα, ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, επιδίδεται σε έναν διπλωματικό μαραθώνιο για να κρατήσει ενωμένους τους 32 συμμάχους.
Οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες κάθονται σε «αναμμένα κάρβουνα», καθώς οι διαφωνίες για τις αμυντικές δαπάνες και η πιθανή αναθεώρηση της στρατιωτικής παρουσίας των ΗΠΑ στην Ευρώπη θέτουν σε σοβαρή δοκιμασία τη συνοχή και το μέλλον της διατλαντικής συμμαχίας.