Νέες σοβαρές αποκαλύψεις βγαίνουν στο φως για την ιδιωτική κλινική της Θεσσαλονίκης που σφραγίστηκε από τις αρχές, με συγγενείς νοσηλευομένων να καταγγέλλουν απαράδεκτες συνθήκες διαβίωσης και νοσηλείας. Η υπόθεση φέρνει ξανά στην επιφάνεια τα τεράστια κενά στη δημόσια παρηγορητική φροντίδα, αφήνοντας δεκάδες οικογένειες αβοήθητες μπροστά στη διαχείριση ασθενών με βαριές παθήσεις.
Ο πρόεδρος του Συλλόγου Καρκινοπαθών Μακεδονίας και Θράκης, Γιάννης Σαριδάκης, αποκάλυψε ότι η κινητοποίηση των αρχών ξεκίνησε μετά από επώνυμες καταγγελίες δύο πολιτών στην Εθνική Αρχή Διαφάνειας, ενώ είχε προηγηθεί και έλεγχος της Περιφέρειας για την επάρκεια του προσωπικού. Μάλιστα, όπως έγινε γνωστό εκ των υστέρων, στη συγκεκριμένη δομή λειτουργούσε ανεπίσημα ογκολογικό ιατρείο όπου διεξάγονταν χημειοθεραπείες.
Ιδιαίτερη ανησυχία επικρατεί για την τύχη 45 ανθρώπων που παραμένουν στην κλινική. Στην πλειονότητά τους πρόκειται για ηλικιωμένους ή ασθενείς τελικού σταδίου, οι οικογένειες των οποίων οδηγήθηκαν σε ιδιωτικές λύσεις λόγω της παντελούς έλλειψης οργανωμένων δημόσιων δομών παρηγορητικής αγωγής.
Όπως τόνισε ο κ. Σαριδάκης, οι συγγενείς βρίσκονται συχνά σε απόγνωση όταν τα δημόσια νοσοκομεία δηλώνουν αδυναμία περαιτέρω νοσηλείας, αναγκάζοντάς τους να αναζητήσουν ατομικές διεξόδους σε ιδιωτικά κέντρα.
Παράλληλα, ο πρόεδρος του Συλλόγου υπογράμμισε την ευθύνη της πολιτείας στη διενέργεια τακτικών και ουσιαστικών ελέγχων στις ιδιωτικές δομές υγείας. Όπως σημείωσε, ένας ευάλωτος ασθενής ή μια οικογένεια σε κατάσταση σοκ δεν είναι σε θέση να γνωρίζει αν μια ιδιωτική κλινική διαθέτει τις απαραίτητες άδειες και πιστοποιήσεις, θεωρώντας εύλογα ότι το κράτος έχει ήδη διασφαλίσει τη νομιμότητα της λειτουργίας της.
Τέλος, απευθυνόμενος στους πολίτες, ο κ. Σαριδάκης κάλεσε τους ογκολογικούς ασθενείς να εμπιστεύονται αποκλειστικά τα δημόσια νοσοκομεία και τους πιστοποιημένους ογκολόγους, αποφεύγοντας επικίνδυνες «εναλλακτικές» διαδρομές.
Παρά την αύξηση των περιστατικών καρκίνου στη χώρα, η πρόληψη και οι σύγχρονες θεραπείες έχουν βελτιώσει θεαματικά το προσδόκιμο ζωής, αποδεικνύοντας ότι η διάγνωση δεν αποτελεί πλέον καταδίκη.