7 Ιουνίου: Η μέρα που ο «Μότσαρτ» Ντράζεν Πέτροβιτς έπαψε να συνθέτει...

7 Ιουνίου: Η μέρα που ο «Μότσαρτ» Ντράζεν Πέτροβιτς έπαψε να συνθέτει...
Ενημερώθηκε: 07/06/17 - 15:23
του Στέφανου Τσουλάκη

Πέρασαν 24 χρόνια, από την 7η Ιουνίου του 1993, όταν η μοίρα αποφάσισε να πάρει κοντά , τον «διαβολεμένο άγγελο» που είχε στείλει στα Βαλκάνια για να διδάξει τι σημαίνει μεγαλείο. Σαν σήμερα, ο Ντράζεν Πέτροβιτς, άφηνε την τελευταία του πνοή σε έναν αυτοκινητόδρομο στο Μόναχο, μετά την σύγκρουση του αυτοκινήτου του με μία νταλίκα.

Ο αγώνας της εθνικής Κροατίας μόλις είχε τελειώσει και οι παίκτες έπαιρναν τον δρόμο του γυρισμού. Ο Ντράζεν αρνήθηκε να ταξιδέψει με την υπόλοιπη αποστολή, γιατί θα κατευθυνόταν στην Αθήνα για να υπογράψει στον Παναθηναϊκό, που είχε έρθει σε προφορική συμφωνία μαζί του, καθώς θα επέστρεφε πλέον στην Ευρώπη μετά την εμπειρία που είχε στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Το αυτοκίνητο το οδηγούσε η φίλη του Ντράζεν Πέτροβιτς, που ήταν μοντέλο στην Γερμανία και μετά το ατύχημα διασώθηκε από το ατύχημα χωρίς ούτε μια γρατζουνιά.

Γεννημένος στις 24 Οκτωβρίου του 1964 στο Σίμπενικ της Κροατίας. Ασχολήθηκε με το μπάσκετ ακολουθώντας το παράδειγμα του μεγαλύτερου αδερφού του Αλεξάνταρ και έδειξε γρήγορα το πόσο ξεχωριστός ήταν. Σε ηλικία 15 ετών κατάφερε να γίνει μέλος της ανδρικής ομάδας της γενέτειράς του, που την οδήγησε δύο φορές στον τελικό του Κυπέλλου Κόρατς, όπου όμως γνώρισε και τις δύο φορές την ήττα από τη Λιμόζ.

Το 1983 με δύο δίκες του βολές οδήγησε την ομάδα του, σε νίκη τίτλου επί της Μπόσνα, με την ομοσπονδία να έχει διαφορετική άποψη και να κρίνει τον νικητή στα...δικαστήρια με αφορμή κάποια διαιτητικά λάθη. Το τρόπαιο αλλάζει χέρια και ο εγωισμός του νεαρού Ντράζεν χτυπάει «κόκκινο». Δεν θα ξαναφήσει κανένα περιθώριο να μπορεί να χάσει τίτλο.

Σειρά είχε ένας χρόνος στο στρατό, και μετά ήρθε η ώρα της αγαπημένης του Τσιμπόνα Ζάγκρεμπ, όπου και ξανάσμιξε με τον αδελφό του. Από την πρώτη χρονιά αναδεικνύεται σε ηγέτη της ομάδας και την βοηθάει να κατακτήσει το νταμπλ στη Γιουγκοσλαβία, αλλά και το Κύπελλο Πρωταθλητριών σημειώνοντας 36 πόντους στον τελικό απέναντι στη Ρεάλ Μαδρίτης.

Η Τσιμπόνα παρέμεινε στην κορυφή της Ευρώπης και το 1986, κατακτώντας παράλληλα το Κύπελλο Γιουγκοσλαβίας με τον Ντράζεν να θέλει και να παίρνει την ρεβάνς από την Μπόσνα, σημειώνοντας 46 πόντους στον τελικό. Το 1987 προστέθηκε ένας ακόμη ευρωπαϊκός τίτλος, το Κύπελλο Κυπελλούχων, καθώς και το κύπελλο Γιουγκοσλαβίας το 1988.

Την αγαπούσε την Τσιμπόνα αλλά πλέον ήταν φανερό πως δεν «χωρούσε» εκεί. Ο Ντράζεν είχε μεγαλώσει πολύ για να στριμωχτεί στα στενά σύνορα της Ευρώπης. Έπρεπε όμως να περιμένει...

Το καλοκαίρι του 1986, οι Πόρτλαντ Τρέιλ Μπλέιζερς τον επέλεξαν στο Νο 60 του ντράφτ, αλλά περίμεναν να «ωριμάσει» σε πιο δύσκολες συνθήκες. Έτσι το καλοκαίρι του 1988 δέχθηκε την πρόταση της Ρεάλ Μαδρίτης, την οποία και οδήγησε στην κατάκτηση του Κυπέλλου Ισπανίας και του Κυπέλλου Κυπελλούχων. Το τελευταίο τρόπαιο της καριέρας του στην Ευρώπη ήρθε στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας, όπου ο «Μότσαρτ» έδωσε την καλύτερη παράσταση στην καριέρα του με 62 πόντους απέναντι στην Καζέρτα του Όσκαρ Σμίντ σ' έναν αλησμόνητο τελικό

.

«Ο Ντράζεν είναι ο μοναδικός παίκτης που με κοιτάει στα μάτια. Είναι τρομακτικό», είχε δηλώσει ο μεγάλος Μάικλ Τζόρνταν, για τον Πέτροβιτς.

Ο Ντράζεν Πέτροβιτς κλήθηκε να αποδείξει ότι έχει θέση μεταξύ των κορυφαίων στο καλύτερο πρωτάθλημα του κόσμου και τα κατάφερε. Στην αρχή ήταν δύσκολα καθώς δεν είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη του προπονητή του, ενώ δεν ήταν λίγες οι φορές που είχε πάρει τηλέφωνο τον φίλο του Βλάντε Ντίβατς που βρισκόταν και εκείνος στον «μαγικό κόσμο» για να βρίσκει δύναμη.

Στην παρθενική του σεζόν στους Πόρτλαντ Τρέιλ Μπλέιζερς, μπροστά του βρισκόταν ο Κλάιντ Ντρέξλερ, και είχε μόλις 12 λεπτά συμμετοχής ανά αγώνα, ενώ στη δεύτερη του χρονιά δεν ξεπερνούσε τα 7 λεπτά. Στα μέσα της σεζόν 1990/91, αποφάσισε να μετακομίσει με ανταλλαγή στους Νιου Τζέρσεϊ Νετς, όπου και άρχισε να αποδεικνύει γιατί θεωρείτο ο καλύτερος ευρωπαίος που πέρασε ποτέ την άλλη όχθη. Ο αποκαλούμενος «Πέτρο», καθώς δυσκολεύονταν να προφέρουν το επώνυμό του, άρχισε να ξεδιπλώνει το ταλέντο του φτάνοντας στη δεύτερη χρονιά του στην ομάδα, τους 20,6 πόντους σε 37 λεπτά ανά αγώνα και οδηγώντας τους Νετς στα play-offs. Η επόμενη περίοδος (1992/93) ήταν ακόμη καλύτερη με 22,3 πόντους ανά αγώνα και την συμμετοχή του Ντράζεν στην τρίτη καλύτερη πεντάδα του πρωταθλήματος. Αλλά κάτι του έλειπε...

Υπηρέτης όλων των εθνικών ομάδων. Από όλα τα κλιμάκια της ενωμένης Γιουγκοσλαβίας και μετά τον εμφύλιο και την διάσπαση, της Κροατίας .Στους αμέτρητους συλλογικούς και ατομικούς τίτλους που κατέκτησε, είχαν έρθει να προστεθούν και οι τίτλοι με τους «πλάβι» , που στο Ευρωμπάσκετ του 1989 στον τελικό απέναντι στην Ελλάδα κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο όπως και στο Μουντομπάσκετ του 1990, πρόσθεσε επίσης το αργυρό μετάλλιο στη Σεούλ το 1988, ενώ τέσσερα χρόνια μετά στους Ολυμπιακούς της Βαρκελώνης , ήταν ο ηγέτης της εθνικής Κροατίας που ανέβηκε στο δεύτερο σκαλί του βάθρου πίσω από την πρώτη και αυθεντική Dream Team.

Στα 29 του χρόνια, ο Ντράζεν είχε κατακτήσει τα πάντα. Ήταν ο καλύτερος, ένα μοναδικό ταλέντο, ένας υπέροχος άνθρωπος. Όμως η μοίρα, ο Θεός, είχαν διαφορετική γνώμη για τον « Μότσαρτ». Ο άδικος χαμός του οδήγησε σε ένα ατέλειωτο «γιατί» και σε λυγμούς. Λυγμοί στους οποίους ξέσπασαν ακόμα και «γίγαντες» όπως ο επιστήθιος φίλος του, Στόγιαν Βράνκοβιτς που τον συνόδεψε στην τελευταία του κατοικία. Ένας άλλος καρδιακός του φίλος, ξέσπασε μετά από πολλά χρόνια, όταν το πάθος της εμφύλιας σύγκρουσης που τους είχε χωρίσει, είχε πλέον καταλαγιάσει. Ήταν ο Βλάντε Ντίβατς, ο οποίος «έσπασε» μπροστά στο μνημείο που είχε στηθεί για τον Ντράζεν στον τάφο του.

Η μνήμη του τιμήθηκε από όπου πέρασε, η Τσιμπόνα ονόμασε το γήπεδο της, «Ντράζεν Πέτροβιτς» , η πόλη του Ζάγκρεμπ ονόμασε μία πλατεία «Ντράζεν Πέτροβιτς» και δημιούργησε μνημείο για τον «Μότσαρτ» στην κροατική πρωτεύουσα. Οι Νετς συναισθανόμενοι το μεγαλείο του παίκτη που φιλοξένησαν στις θέσεις τους, αποφάσισαν να αποσύρουν τη φανέλα με το νούμερο «3». Για έναν παίκτη που φόρεσε μόλις 2 χρονιές την φανέλα της ομάδας, στον κόσμο του NBA αυτό ήταν πρωτόγνωρο.

Δυστυχώς δεν μπορέσαμε να τον απολαύσουμε στην Ελλάδα αυτόν τον τεράστιο παίκτη. εκεί ψηλά ο «Μότσαρτ» συνθέτει ακόμα... Ο «διάβολος» του ευρωπαϊκού μπάσκετ πέρασε για πάντα στην ιστορία σαν «άγγελος».