Με την πρόσφατα εκφρασθείσα άποψη του Εμανουέλ Μακρόν τάχθηκε η πρωθυπουργός της Ιταλία, Τζόρτζια Μελόνι, δηλώνοντας ότι η Ευρώπη θα πρέπει να επαναφέρει τον διάλογο με τη Ρωσία, υπογραμμίζοντας ωστόσο ότι είναι «πολύ νωρίς» να τεθεί ζήτημα επανένταξης της Μόσχας στην Ομάδα των ισχυρότερων οικονομιών του κόσμου.
Κεντρικός στόχος της Ευρώπης ήταν να αποτραπούν σοβαρές κρίσεις στο εσωτερικό της Συμμαχίας, αλλά και να διατηρηθεί η αμερικανική στήριξη στο ουκρανικό μέτωπο, ώστε να ανακοπούν τα ρωσικά σχέδια προσάρτησης ουκρανικών εδαφών.
H επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας, Κάγια Κάλας, δήλωσε σήμερα Πέμπτη (8/1) ότι η Eυρωπαϊκή Ένωση έχει συζητήσει ποια θα μπορούσε να είναι μια ευρωπαϊκή απάντηση, στην περίπτωση που οι απειλές των ΗΠΑ για την απόκτηση της Γροιλανδίας, ενός ημιαυτόνομου εδάφους της Δανίας, αποδειχθούν πραγματικές.
Βαθαίνει το ρήγμα στις σχέσεις ΗΠΑ–Ευρώπης με επίκεντρο τη Γροιλανδία, καθώς η κυβέρνηση Τραμπ ανεβάζει επικίνδυνα τους τόνους, επαναφέροντας ανοιχτά σενάρια ελέγχου –ακόμη και προσάρτησης– του νησιού.
Ο Γάλλος πρόεδρος προειδοποίησε ότι οι διεθνείς θεσμοί αποδυναμώνονται και ότι ο κόσμος κατευθύνεται προς ένα σύστημα όπου κυριαρχούν οι μεγάλες δυνάμεις, με διάθεση να αναδιανείμουν σφαίρες επιρροής.
Καθώς το παράθυρο ευκαιρίας για μια συντονισμένη διεθνή στρατηγική στενεύει, η Ευρώπη κινδυνεύει να βρεθεί αντιμέτωπη όχι μόνο με τις συνέπειες της αστάθειας στο Σαχέλ, αλλά και με μια νέα πραγματικότητα όπου κρίσιμες ζώνες ασφαλείας ελέγχονται έμμεσα από δυνάμεις με αναθεωρητικές φιλοδοξίες
Για χρόνια, η Αρκτική θεωρούνταν «εξαίρεση», προστατευμένη από κανόνες συνεργασίας και επιστημονική διπλωματία. Πλέον, ΗΠΑ, Ευρώπη, Ρωσία, Κίνα, ΝΑΤΟ, Δανία και η ίδια η Γροιλανδία συνυπάρχουν σε ελάχιστη απόσταση, με αντικρουόμενα συμφέροντα και ανισορροπία ισχύος. Η εγγύτητα δεν σημαίνει σύμπλευση, αλλά ανταγωνισμό.
Όπως επισημαίνει το Politico, στις Βρυξέλλες και στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες επικρατεί συναγερμός, με τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής να αναζητούν εσπευσμένα τρόπους για να αποτρέψουν τον Αμερικανό πρόεδρο.
Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με τον κίνδυνο να «ποδοπατηθεί», το ΝΑΤΟ απειλείται με εσωτερική διάσπαση και η αβεβαιότητα που προκαλεί η αμερικανική στάση στη Βενεζουέλα φαίνεται πλέον να φτάνει μέχρι τον Αρκτικό Κύκλο.
Η κακοκαιρία συνεχίζει να προκαλεί αναστάτωση και θανάτους, υπογραμμίζοντας την επικινδυνότητα των πολικών θερμοκρασιών και των έντονων καιρικών φαινομένων στην Ευρώπη.
Το Politico επιχειρεί να σκιαγραφήσει ένα πιθανό «οδικό χάρτη» τεσσάρων σταδίων, μέσα από τον οποίο οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να επεκτείνουν την επιρροή τους στο αυτόνομο, αλλά δανικό έδαφος της Αρκτικής.
Δεσμευτικές εγγυήσεις ασφαλείας προς την Ουκρανία, που θα ενεργοποιούνται σε περίπτωση νέας ρωσικής επίθεσης, προβλέπει το σχέδιο ανακοινωθέντος της λεγόμενης «Συμμαχίας των Προθύμων», η οποία συνεδριάζει στο Παρίσι. Σύμφωνα
Σαφές μήνυμα σεβασμού της κυριαρχίας και του διεθνούς δικαίου έστειλαν οι ηγέτες επτά ευρωπαϊκών χωρών, υπογραμμίζοντας ότι ζητήματα που αφορούν τη Δανία και τη Γροιλανδία αποτελούν αποκλειστική αρμοδιότητα της Κοπεγχάγης και των αρχών της Γροιλανδίας.
Στη γαλλική πρωτεύουσα θα βρεθεί ο πρόεδρος της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι, μαζί με περισσότερους από 27 ηγέτες, καθώς και ανώτατοι Αμερικανοί διαπραγματευτές, στο πλαίσιο της προσπάθειας διαμόρφωσης κοινής γραμμής Ουκρανίας, Ευρώπης και ΗΠΑ, η οποία στη συνέχεια θα τεθεί στη ρωσική πλευρά.
Η ανησυχία αυτή φαίνεται να είναι διάχυτη μεταξύ των συμμάχων, καθώς πολλοί εκτιμούν ότι το ζήτημα της Γροιλανδίας μπορεί να οδηγήσει όχι μόνο σε διπλωματική ρήξη με έναν ιστορικό εταίρο των ΗΠΑ, αλλά και σε βαθύ ρήγμα στο εσωτερικό της δυτικής στρατιωτικής συμμαχίας, όσο η πίεση από την Ουάσινγκτον εντείνεται.
Η Γροιλανδία, πλούσια σε ορυκτούς πόρους και στρατηγικής σημασίας λόγω της θέσης της στην Αρκτική, βρίσκεται τα τελευταία χρόνια στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος μεγάλων δυνάμεων.
Με δραματικό τόνο, ο πρωθυπουργός της Πολωνίας Ντόναλντ Τουσκ απηύθυνε μέσω των social media μήνυμα συσπείρωσης προς τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η αρχική αδυναμία του ΝΑΤΟ να επιβάλει έγκαιρα και συντριπτικό στρατιωτικό κόστος στη Ρωσία επέτρεψε στη Μόσχα να προσαρμοστεί και να προετοιμαστεί για έναν μακρόχρονο πόλεμο φθοράς.