Ο Τζον Γκαλμπρέιθ είχε πει κάποτε, ότι η μοναδική χρησιμότητα των οικονομικών προβλέψεων είναι να κάνουν την… αστρολογία να φαίνεται αξιοσέβαστη! Αν παραφράσουμε αυτήν την πασίγνωστη ρήση του για πολλές αναλύσεις για τα ελληνοτουρκικά, ίσως να διατυπώναμε μια νέα εκδοχή αυτής της φράσης.
Σε μια ανοιχτή αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας στη Θράκη προχώρησε ο Μουσταφά Ντεστίτσι, Πρόεδρος του τουρκικού Κόμματος Μεγάλης Ενότητας (BBP), κατά τη διάρκεια της 13ης Τακτικής Μεγάλης Συνέλευσης του κόμματός του στην Άγκυρα.
Όταν ο Τούρκος πρόεδρος εμφανίζεται να συνδέει την ασφάλεια της Τουρκίας με τη Δαμασκό, το Χαλέπι, τη Βηρυτό ή ακόμη και την Κύπρο, δεν περιγράφει μόνο απειλές. Περιγράφει έναν γεωπολιτικό αναθεωρητισμό.
Η κυβέρνηση της Άγκυρας φέρνει προς ψήφιση στη Μεγάλη Εθνοσυνέλευση ένα προκλητικό νομοσχέδιο 15 σημείων, το οποίο αναθεωρεί μονομερώς τα κυριαρχικά δικαιώματα στις γύρω θάλασσες και επαναφέρει επισήμως την απειλή πολέμου κατά της Ελλάδας.
Η νέα αυτή γεωπολιτική προσέγγιση αποτυπώνεται ξεκάθαρα στη διμερή Συμφωνία Οικονομικής και Χρηματοδοτικής Συνεργασίας για το 2026 ανάμεσα στην Άγκυρα και το ψευδοκράτος, η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως κατόπιν έγκρισης του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.
Ένα μόλις 24ώρο μετά την «μαύρη επέτειο» της Γενοκτονίας του Ποντιακού Ελληνισμού, η Τουρκία δείχνει να στέλνει ένα μήνυμα, που υπερβαίνει κατά πολύ τη συγκυρία...
Η συμπεριφορά αυτή υπονομεύει τη διατλαντική συμμαχία, καθώς η Άγκυρα επιδιώκει να απολαμβάνει την ομπρέλα του ΝΑΤΟ και τα οικονομικά οφέλη της Ευρώπης, λειτουργώντας όμως ως ανεξάρτητος παίκτης.
Ο ΥΠΕΞ υπεραμύνθηκε της στρατηγικής των «ήρεμων νερών», ωστόσο έστειλε σαφές μήνυμα προς την Άγκυρα, τονίζοντας ότι μια ενδεχόμενη νομοθετική κατοχύρωση της «Γαλάζιας Πατρίδας» αποτελεί μονομερή ενέργεια χωρίς έρεισμα στο διεθνές δίκαιο, η οποία μπορεί να πυροδοτήσει νέο κύκλο έντασης στο Αιγαίο.
Η Άγκυρα επιχειρεί να δημιουργήσει την εικόνα, ότι με μια απλή εσωτερική νομοθετική πράξη αρκεί για να μετατρέψει μονομερείς διεκδικήσεις σε διεθνή πραγματικότητα.
Το κρίσιμο στοιχείο, ωστόσο, είναι άλλο. Η Τουρκία δεν προβαίνει απλώς σε μια δοκιμή αντιδράσεων της Αθήνας... Πρόκειται για δοκιμή αντοχής των «κόκκινων γραμμών μας».
Η γειτονική χώρα, ενοχλημένη από την άσκηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Αθήνας, δεν διστάζει να χαρακτηρίσει ως «φανταστικά» τα υφιστάμενα θαλάσσια σύνορα, επιμένοντας σε μια δική της ερμηνεία του διεθνούς δικαίου που εξυπηρετεί αποκλειστικά τις επεκτατικές της βλέψεις.
Πέρα από τα επίσημα διπλωματικά πρωτόκολλα, το κυβερνών κόμμα της Τουρκίας (AKP) έχει οικοδομήσει έναν σκοτεινό και ακραία ιδεολογικό μηχανισμό εσωτερικής επικοινωνίας, ο οποίος ξεπερνά σε φανατισμό ακόμα και τα ιστορικά απολυταρχικά καθεστώτα.
Μια αποκαλυπτική έκθεση της Τουρκικής Εθνικής Ακαδημίας Πληροφοριών (ΜΙΤ) φέρνει στο φως το στρατηγικό βάθος της τουρκικής διείσδυσης στην Αφρική, τοποθετώντας την Αιθιοπία στο επίκεντρο μιας επιθετικής επεκτατικής ατζέντας.
Σε αυτό το πλαίσιο, η σύμπλευση Ισραήλ–Ελλάδας–Κύπρου αποκτά στρατηγικό βάθος. Και οι τρεις χώρες αντιλαμβάνονται ότι ο τουρκικός επεκτατισμός δεν είναι ρητορικό πυροτέχνημα, αλλά συνεκτικό σχέδιο αμφισβήτησης της περιφερειακής τάξης. Η συνεργασία τους δεν είναι επιλογή πολυτέλειας, αλλά αναγκαιότητα ασφάλειας.
Η εξωτερική πολιτική της Άγκυρας παρουσιάστηκε ως μέρος ενός μακροπρόθεσμου σχεδίου ανάδειξης της Τουρκίας σε παγκόσμια δύναμη, με αιχμή την αμυντική βιομηχανία και την «στρατηγική αυτονόμηση».
Η στρατηγική, η οποία συνδυάζει την αμφισβήτηση της κυριαρχίας των γειτόνων της με την αναζήτηση προνομιακής μεταχείρισης από τους συμμάχους, αποδεικνύει ότι ο αναθεωρητισμός και η αδιαλλαξία παραμένουν ο κεντρικός άξονας της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής υπό τον Ερντογάν.
Η συνολική εικόνα καταδεικνύει μια Τουρκία που, εν μέσω εσωτερικών πιέσεων και περιφερειακών φιλοδοξιών, επενδύει ξανά σε πολεμική ρητορική, αυτοκρατορικούς συμβολισμούς και απειλές, δυναμιτίζοντας κάθε προσπάθεια σταθερότητας στην περιοχή.
Όπως σημειώνει το Politico, η Τουρκία του Ερντογάν «επιχειρεί να μετατρέψει τη ρευστότητα στη Συρία και το χάος στη Λιβύη σε εργαλείο αναθεωρητικής πολιτικής», με στόχο να καταστεί κυρίαρχος παράγοντας στον διαμοιρασμό θαλάσσιων και ενεργειακών πόρων.