Η ραγδαία ισχυροποίηση της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας, η οποία επί σειρά ετών αντιμετωπιζόταν από τους συμμάχους ως γεωπολιτικό πλεονέκτημα, προκαλεί πλέον έντονη ανησυχία στους διεθνείς αναλυτές.
Σύμφωνα με ανάλυση του Sinan Ciddi για το Ινστιτούτο FDD, η επιτυχημένη δράση των τουρκικών drones σε μέτωπα όπως η Ουκρανία και η Λιβύη επέτρεψε στην Άγκυρα να προβάλλεται ως αναντικατάστατος εταίρος ασφαλείας.
Ωστόσο, πίσω από την προθυμία της να καλύψει τα εξοπλιστικά κενά της Ευρώπης, κρύβεται η μεθοδική επιδίωξη μιας πλήρους στρατηγικής αυτονομίας, η οποία στηρίζεται στην ανάπτυξη επιθετικών πυραυλικών συστημάτων.
Το πρόγραμμα εκσυγχρονισμού των τουρκικών πυραύλων, που ξεκίνησε τη δεκαετία του '90 με αμυντικό χαρακτήρα, έχει μετατραπεί με προσωπική εντολή του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν σε ένα άκρως επιθετικό εγχείρημα.
Η ανάπτυξη βαλλιστικών πυραύλων και συστημάτων κρουζ (όπως οι Bora, Tayfun, Cenk και Gezgin) με βεληνεκές που αγγίζει ή ξεπερνά τα 2.000 χιλιόμετρα ανατρέπει τις ισορροπίες. Το οπλοστάσιο αυτό θέτει υπό άμεση απειλή μεγάλο τμήμα της Ευρώπης, την Ανατολική Μεσόγειο, το Ισραήλ και τη Μέση Ανατολή, αποτελώντας εργαλείο περιφερειακού εξαναγκασμού.
Αυτή η εξοπλιστική αναβάθμιση τροφοδοτεί άμεσα την αναθεωρητική εξωτερική πολιτική της Άγκυρας. Η Τουρκία χρησιμοποιεί τη στρατιωτική της ισχύ για να συντηρεί την ένταση με την Ελλάδα, να αμφισβητεί τα κυριαρχικά δικαιώματα της Κύπρου, να κλιμακώνει την αντι-ισραηλινή ρητορική της και να παρέχει άσυλο σε στελέχη της Χαμάς.
Στο πλαίσιο αυτό, οι γνωστές απειλές του Ερντογάν περί «ξαφνικής νυχτερινής επίθεσης» δεν αποτελούν απλώς λεκτικές εξάρσεις, αλλά μέρος μιας συγκροτημένης στρατηγικής εκφοβισμού των γειτόνων της.
Η συμπεριφορά αυτή υπονομεύει τη διατλαντική συμμαχία, καθώς η Άγκυρα επιδιώκει να απολαμβάνει την ομπρέλα του ΝΑΤΟ και τα οικονομικά οφέλη της Ευρώπης, λειτουργώντας όμως ως ανεξάρτητος παίκτης. Η εμμονή στη διατήρηση του ρωσικού συστήματος S-400, παρά τις αμερικανικές κυρώσεις και τον αποκλεισμό από τα F-35, αποδεικνύει τη συνειδητή απόφαση απεξάρτησης από τη Δύση.
Όσο η τουρκική πολεμική βιομηχανία αποκτά αυτάρκεια σε κρίσιμες τεχνολογίες, τόσο λιγότερο ευάλωτη γίνεται σε εξωτερικές πιέσεις, επιτρέποντας στον Ερντογάν να ισορροπεί επικίνδυνα ανάμεσα σε Δύση, Ρωσία και Κίνα.
Οι συνέπειες αυτής της αυτονόμησης πυροδοτούν ήδη μια ανεξέλεγκτη κούρσα εξοπλισμών. Η Ελλάδα αναγκάζεται να εμβαθύνει τις αμυντικές της συμμαχίες με τη Γαλλία και το Ισραήλ στον τομέα της αντιπυραυλικής προστασίας, ενώ το Τελ Αβίβ και οι χώρες του Κόλπου επαναξιολογούν την Τουρκία ως μακροπρόθεσμη απειλή.
Ο Ciddi προειδοποιεί τη Δύση να μην επιδείξει κοντόφθαλμο πραγματισμό λόγω των αναγκών της και να αντιληφθεί έγκαιρα ότι η Τουρκία δεν ενεργεί πλέον ως η νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ, αλλά ως μια αυτόνομη, αυταρχική ευρασιατική δύναμη.