Η κρίση στη Βενεζουέλα φέρνει σε εμφανή αμηχανία την Άγκυρα και προσωπικά τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα σε αντικρουόμενες πολιτικές ανάγκες. Από τη μία, η μακρόχρονη προσωπική και πολιτική του σχέση με τον Νικολάς Μαδούρο και η έντονη αντιδυτική ρητορική που αποτελεί βασικό πυλώνα της εσωτερικής του νομιμοποίησης· από την άλλη, η επιτακτική ανάγκη επαναπροσέγγισης με την Ουάσινγκτον και τον Ντόναλντ Τραμπ, σε μια περίοδο που η τουρκική οικονομία και εξωτερική πολιτική βρίσκονται υπό πίεση.
Σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου, όπως αντιλαμβάνεται η τουρκική ηγεσία, κυριαρχεί ολοένα και περισσότερο το «δίκαιο του ισχυρού» εις βάρος των μεταπολεμικών κανόνων της διπλωματίας, η υπόθεση Μαδούρο αναδεικνύει τον βαθύ στρατηγικό διχασμό της Τουρκίας. Η Άγκυρα καταγγέλλει τη διάβρωση του Διεθνούς Δικαίου, επιδιώκει όμως ταυτόχρονα να αξιοποιήσει τη ρευστότητα αυτή προς όφελός της, χωρίς να ρισκάρει μια ανοιχτή σύγκρουση με τις ΗΠΑ, όταν το κόστος κρίνεται δυσβάσταχτο.
Η σύλληψη του Μαδούρο από τις Ηνωμένες Πολιτείες, αντί να αποτελέσει αφορμή για μια ακόμη μετωπική επίθεση του Ερντογάν κατά της Δύσης, λειτούργησε αποκαλυπτικά για τα όρια της τουρκικής στρατηγικής. Οι εσωτερικές αντιφάσεις, οι φόβοι και τα αδιέξοδα έγιναν εμφανή τόσο στις επίσημες ανακοινώσεις όσο και στις διαφοροποιημένες φωνές στο εσωτερικό του καθεστώτος.
Για χρόνια, ο Τούρκος πρόεδρος πρόβαλλε τη σχέση του με τον Μαδούρο ως σύμβολο της στροφής της Τουρκίας προς τον Παγκόσμιο Νότο και ως ένδειξη ότι η Άγκυρα μπορεί να σταθεί απέναντι στις αμερικανικές πιέσεις, στηρίζοντας ηγέτες που βρίσκονται στο στόχαστρο της Ουάσινγκτον. Οι δημόσιες εκδηλώσεις αλληλεγγύης, η οικονομική συνεργασία –ιδίως στον τομέα του χρυσού– και η ξεκάθαρη στήριξη του 2019 είχαν ενισχύσει αυτό το αφήγημα μιας «ανεξάρτητης» τουρκικής εξωτερικής πολιτικής.
Ωστόσο, η πρώτη αντίδραση του τουρκικού ΥΠΕΞ στην τρέχουσα κρίση περιορίστηκε σε μια προσεκτικά διατυπωμένη ανακοίνωση, γεμάτη γενικόλογες αναφορές στη σταθερότητα, την αυτοσυγκράτηση και το Διεθνές Δίκαιο. Η απουσία οποιασδήποτε ρητής αναφοράς στις ΗΠΑ, στον Τραμπ ή στη σύλληψη του Μαδούρο ήταν ενδεικτική της προσπάθειας αποφυγής μιας ευθείας αντιπαράθεσης με την Ουάσινγκτον.
Την ίδια στιγμή, ο κυβερνητικός εταίρος του Ερντογάν, Ντεβλέτ Μπαχτσελί, υιοθέτησε σαφώς σκληρότερη γραμμή, συγκρίνοντας την επιχείρηση κατά του Μαδούρο με το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016 στην Τουρκία και κατηγορώντας εμμέσως τις ΗΠΑ για παρόμοια σχέδια. Η στάση αυτή εξυπηρετεί τόσο τη συσπείρωση του εθνικιστικού ακροατηρίου όσο και την ενίσχυση του αφηγήματος περί κοινής «ιμπεριαλιστικής απειλής» απέναντι σε Τουρκία και Βενεζουέλα.
Παράλληλα, οι παρεμβάσεις προεδρικών συμβούλων ανέδειξαν περαιτέρω τις αντιφάσεις του συστήματος εξουσίας: σκληρή αντιαμερικανική ρητορική, χωρίς όμως σαφείς προτάσεις πολιτικής και, σε ορισμένες περιπτώσεις, με εμφανή δισταγμό, όπως έδειξε και η απόσυρση σχετικών αναρτήσεων.
Σε αντίθεση με αυτές τις φωνές, θεσμικοί παράγοντες όπως ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης κινήθηκαν στη γραμμή της προσεκτικής ουδετερότητας, επιμένοντας σε γενικές αρχές κυριαρχίας και λαϊκής βούλησης, χωρίς να κατονομάζουν υπευθύνους. Πρόκειται για μια συνειδητή επιλογή: η Τουρκία θέλει να εμφανίζεται υπέρμαχος αρχών, χωρίς όμως να διακινδυνεύσει τη σχέση της με τον Λευκό Οίκο.
Ο ίδιος ο Ερντογάν, ύστερα από σιωπή ημερών, απέφυγε τις παλιές εμπρηστικές δηλώσεις κατά των ΗΠΑ. Αρκέστηκε να αναφερθεί σε επικοινωνία με τον Τραμπ, μεταφέροντας τις «ευαισθησίες» της Άγκυρας και τονίζοντας τη στήριξη προς τον λαό της Βενεζουέλας, ενώ ταυτόχρονα επιχείρησε να απαντήσει στις επικρίσεις της αντιπολίτευσης περί «δειλίας» και εγκατάλειψης ενός παλιού συμμάχου.
Η συνέντευξή του στο Bloomberg κατέστησε σαφές το πραγματικό βάρος των προτεραιοτήτων του: η αποκατάσταση των σχέσεων με τις ΗΠΑ, η υπόθεση των F-35 και η αξιοποίηση της επανεκλογής Τραμπ ως ευκαιρίας για μια πιο λειτουργική διμερή σχέση.
Τελικά, η Βενεζουέλα λειτουργεί ως καταλύτης που φέρνει στην επιφάνεια τις βαθιές αντιφάσεις της πολιτικής Ερντογάν. Το παρελθόν της σκληρής αντιδυτικής ρητορικής και των συμμαχιών με αυταρχικούς ηγέτες συγκρούεται με το παρόν της εξάρτησης από την Ουάσινγκτον και της ανάγκης πολιτικής επιβίωσης σε ένα ολοένα πιο απαιτητικό διεθνές περιβάλλον.