Η πρόσφατη επίσκεψη του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στη Σαουδική Αραβία πραγματοποιήθηκε σε μια περίοδο αυξημένων περιφερειακών εντάσεων, με το Ριάντ και το Αμπού Ντάμπι να βρίσκονται σε τροχιά αποκλίσεων λόγω των αντικρουόμενων συμφερόντων τους στην Υεμένη και στο Κέρας της Αφρικής. Παράλληλα, εντείνεται η φημολογία για πιθανή συμμετοχή της Τουρκίας σε έναν σαουδαραβο-πακιστανικό αμυντικό άξονα.
Τα ζητήματα αυτά αποκτούν ιδιαίτερη σημασία καθώς η Σαουδική Αραβία επιχειρεί να επαναπροσδιορίσει τον περιφερειακό της ρόλο, ειδικά μετά την ενίσχυση της παρουσίας της στην Υεμένη. Το βασικό ερώτημα είναι πού εντάσσεται η Τουρκία στο πλαίσιο της «νέας σαουδικότητας» που προωθεί ο διάδοχος του θρόνου, Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν.
Μετά τη δολοφονία του Τζαμάλ Κασόγκι το 2018, ο σαουδάραβας πρίγκιπας είχε υιοθετήσει χαμηλότερο διεθνές προφίλ, δίνοντας έμφαση στο εσωτερικό και στο φιλόδοξο πρόγραμμα Vision 2030. Η στρατηγική αυτή στόχευε στη σταδιακή αποδέσμευση του βασιλείου από τα χρόνια βάρη των περιφερειακών συγκρούσεων, έπειτα από τις αποτυχημένες παρεμβάσεις σε Υεμένη και Συρία και τη μακρόχρονη εμπλοκή στο Παλαιστινιακό.
Ωστόσο, μετά την πτώση του καθεστώτος Άσαντ στη Συρία στα τέλη του 2024, η σαουδαραβική εξωτερική πολιτική εμφανίζεται εκ νέου πιο ενεργητική, επιδιώκοντας να επαναχαράξει τη θέση του Ριάντ στη Μέση Ανατολή. Η «νέα σαουδικότητα», αν και εδράζεται κυρίως σε εσωτερικές μεταρρυθμίσεις, οικονομική διαφοροποίηση και αναδιαμόρφωση της εθνικής ταυτότητας, δεν μπορεί να αγνοήσει την ανάγκη αξιόπιστων περιφερειακών εταίρων.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Τουρκία αναδεικνύεται σε δυνητικό στρατηγικό συνομιλητή. Η στάση της Άγκυρας σε ζητήματα όπως η Υεμένη, η Γάζα, η Συρία και η Αφρική, καθώς και η κοινή γραμμή με το Ριάντ σε θέματα εδαφικής ακεραιότητας και περιφερειακής σταθερότητας, έχουν συμβάλει στη σύγκλιση των δύο πλευρών. Η κοινή δήλωση Ερντογάν–σαουδαραβικής ηγεσίας, με αιχμές κατά της αναγνώρισης του Σομαλιλάντ από το Ισραήλ και με έμφαση στη σταθερότητα της περιοχής, επιβεβαιώνει αυτή τη δυναμική.
Παράλληλα, η εμβάθυνση της αμυντικής συνεργασίας, με συμφωνίες στον τομέα της τεχνολογίας και της αμυντικής βιομηχανίας, υπογραμμίζει την πρόθεση των δύο χωρών να μετατρέψουν τη σύγκλιση συμφερόντων σε πιο δομημένη στρατηγική σχέση.
Καθώς η Σαουδική Αραβία επιχειρεί να επανεμφανιστεί ως ενεργός αλλά πιο επιλεκτικός περιφερειακός παίκτης, η συνεργασία με την Τουρκία ενδέχεται να αποτελέσει βασικό πυλώνα της νέας της στρατηγικής. Το κατά πόσο αυτή η σύμπραξη θα αποκτήσει μόνιμα χαρακτηριστικά και θα αντέξει στις μεταβαλλόμενες ισορροπίες της Μέσης Ανατολής, μένει να φανεί.