Η προσέγγιση ανάμεσα στην Ισπανία και την Τουρκία αποτελεί ένα διαχρονικό και σταθερό μοτίβο της ισπανικής εξωτερικής πολιτικής. Από την αποκατάσταση της δημοκρατίας στην Ισπανία, πέντε διαδοχικοί πρωθυπουργοί από διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες —μεταξύ των οποίων και ο σημερινός πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ— έχουν υποστηρίξει τη σύσφιξη των διμερών σχέσεων και την ευρωπαϊκή προοπτική της Άγκυρας, υπογραμμίζοντας ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να γυρίσει την πλάτη σε έναν τόσο καθοριστικό γεωπολιτικό παίκτη.
Η συνεργασία αυτή αποτυπώνεται έντονα στον αμυντικό τομέα. Η Μαδρίτη έχει προχωρήσει σε σημαντικές στρατιωτικές συμφωνίες με την Άγκυρα, όπως η αγορά εκπαιδευτικών αεροσκαφών Hürjet, η συμμετοχή της Navantia στον σχεδιασμό νέου πολεμικού πλοίου, η εξέταση της απόκτησης του τουρκικού μαχητικού Kaan, καθώς και η στάθμευση Ισπανών στρατιωτών για τη φύλαξη των πυραύλων Patriot στη βάση του Ιντσιρλίκ.
Όπως εξηγούν αμυντικοί αναλυτές, για μεσαίες δυνάμεις όπως η Ισπανία, η αναζήτηση στρατιωτικών εταίρων εκτός ΕΕ κρίνεται αναγκαία προκειμένου να αποφευχθούν επικίνδυνες εξαρτήσεις από τις ισχυρές αμυντικές βιομηχανίες της Γαλλίας ή της Γερμανίας, διατηρώντας έτσι μια ισορροπία ανάμεσα στην αποτελεσματικότητα και την αυτονομία.
Αυτή η «μικρή επανάσταση» στις σχέσεις των δύο χωρών εξελίσσεται απρόσκοπτα, παρά τη συνεχή διολίσθηση της Τουρκίας στον αυταρχισμό. Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έχει συγκεντρώσει υπερεξουσίες, έχει καταστείλει διαδηλώσεις και έχει εξοβελίσει κορυφαία στελέχη της αντιπολιτευόμενης παράταξης του CHP, όπως ο Εκρέμ Ιμάμογλου και ο Οζγκιούρ Οζέλ.
Ωστόσο, πέρα από τη στρατηγική ανάγκη της Ευρώπης να ελέγχει τις μεταναστευτικές ροές και να διατηρεί έναν ισχυρό σύμμαχο στο ΝΑΤΟ, η Μαδρίτη ωθείται σε αυτή τη συμμαχία και λόγω μιας κοινής διπλωματικής γραμμής, καθώς Σάντσεθ και Ερντογάν βρέθηκαν στο ίδιο μέτωπο ως δύο από τις πιο επικριτικές φωνές διεθνώς κατά της κυβέρνησης Νετανιάχου στη Μέση Ανατολή.
Επιπλέον, ο ισπανικός τραπεζικός κλάδος είναι βαθιά εκτεθειμένος στην πορεία της τουρκικής οικονομίας, με τον κολοσσό BBVA να ελέγχει το 86% της Garanti (της δεύτερης μεγαλύτερης τράπεζας της Τουρκίας) και την τράπεζα Sabadell να διατηρεί επίσης ισχυρή παρουσία στη χώρα.
Η περίπτωση των ισπανοτουρκικών σχέσεων αναδεικνύει τελικά πώς ο γεωπολιτικός ρεαλισμός, η ανάγκη για εξοπλιστική αυτονομία και τα μεγάλα χρηματοοικονομικά συμφέροντα μπορούν να παραμερίσουν πλήρως τις ανησυχίες για τη διάβρωση των δημοκρατικών θεσμών.