Ο IMEC, το Κογκρέσο και η «παράκαμψη» της Τουρκίας - Τι κερδίζει η Ελλάδα, τι χάνει η Άγκυρα

 
IMEC

Ενημερώθηκε: 23/01/26 - 10:38

Του Γιάννη Μιχελάκη

Η νομοθετική πρωτοβουλία του Αμερικανικού Κογκρέσου για τη θεσμοθέτηση του ρόλου της Ανατολικής Μεσογείου στον Οικονομικό Διάδρομο Ινδίας-Μέσης Ανατολής-Ευρώπης (IMEC) δεν αποτελεί μια τυπική κοινοβουλευτική πράξη. Στις 15 Ιανουαρίου 2026, η σχετική πρόταση εγκρίθηκε από την Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής των Αντιπροσώπων, αποτυπώνοντας με θεσμικό τρόπο την στρατηγική επιλογή της Ουάσιγκτον για αναδιάταξη των μεγάλων διαδρόμων ισχύος, με άξονα τη σταθερότητα, τη συνδεσιμότητα και την πολιτική αξιοπιστία.

Στην ουσία, ο IMEC λειτουργεί ως απάντηση στη διείσδυση της Κίνας μέσω της πρωτοβουλίας «Belt and Road Initiative» («Μια Ζώνη ένας Δρόμος») και ως εργαλείο επαναφοράς της αμερικανικής επιρροής μέσω της λεγόμενης «διπλωματίας των διαδρόμων». Δεν πρόκειται απλώς για μεταφορές εμπορευμάτων, αλλά για ένα πλέγμα ενεργειακών, ψηφιακών και γεωπολιτικών διασυνδέσεων, που επανακαθορίζουν τον γεωπολιτικό και γεωοικονομικό χάρτη της Ανατολικής Μεσογείου.

Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα αναβαθμίζεται στρατηγικά. Η ρητή αναφορά της ως ευρωπαϊκής πύλης του διαδρόμου μετατρέπει τη χώρα από «σύνορο» της Δύσης σε γέφυρα μεταξύ Ασίας, Μέσης Ανατολής και Ευρώπης. Τα λιμάνια της Βόρειας Ελλάδας αποκτούν ιδιαίτερη σημασία, ενώ συνολικά η ελληνική επικράτεια εντάσσεται σε έναν σχεδιασμό που συνδυάζει μεταφορές, ενέργεια και ψηφιακή διασύνδεση. Παράλληλα, το σχήμα συνεργασίας Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ με τη συμμετοχή των ΗΠΑ παύει να είναι μόνο αμυντικό και αποκτά σαφή οικονομική και τεχνολογική διάσταση.

Για την Τουρκία, αυτή η εξέλιξη συνιστά στρατηγικό αδιέξοδο. Ο IMEC ακυρώνει στην πράξη το αφήγημα της Άγκυρας ως «αναπόφευκτου διαμεσολαβητή» μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Η παράκαμψή της δεν είναι τυχαία ούτε συγκυριακή. Αντανακλά ένα έλλειμμα εμπιστοσύνης, που έχει συσσωρευτεί λόγω της αναθεωρητικής της πολιτικής, της εργαλειοποίησης κρίσεων και της απόκλισής της από το πλαίσιο συνεργασιών πάνω στο οποίο στηρίζεται ο νέος διάδρομος.

Η τουρκική προσπάθεια να αντιπαραβάλει τον λεγόμενο «Δρόμο της Ανάπτυξης», που συνδέει το Ιράκ με την Τουρκία, στερείται της πολιτικής και στρατηγικής στήριξης, που συνοδεύει τον IMEC. Η περιφερειακή αστάθεια και η απουσία δυτικών εγγυήσεων καθιστούν το εγχείρημα λιγότερο ελκυστικό για επενδυτές και αγορές, ιδιαίτερα σε σύγκριση με έναν διάδρομο που εντάσσεται στον ευρύτερο αμερικανικό και ευρωπαϊκό σχεδιασμό.

Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός, ότι ο IMEC δεν περιορίζεται στις μεταφορές. Στον πυρήνα του βρίσκεται η έννοια της συνδεσιμότητας. Τα υποθαλάσσια καλώδια δεδομένων και οι ηλεκτρικές διασυνδέσεις καθιστούν την Ελλάδα κόμβο ψηφιακής και ενεργειακής ασφάλειας, συνδέοντας την Ανατολή με την Ευρώπη χωρίς να διέρχονται από τουρκικό έδαφος. Σε αυτό το σημείο, η αμερικανική νομοθετική στήριξη λειτουργεί και ως έμμεση απόρριψη του δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας».

Τα «αγκάθια»

Παρά τη σαφή πολιτική κατεύθυνση, απαιτείται ρεαλισμός. Η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή και η καθυστέρηση στην εξομάλυνση των σχέσεων Ισραήλ-Σαουδικής Αραβίας επηρεάζουν τον ρυθμό υλοποίησης του διαδρόμου. Παράλληλα, η πλήρης νομοθετική διαδρομή του σχεδίου στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι αποκομμένη από το εσωτερικό πολιτικό ημερολόγιο. Οι ενδιάμεσες εκλογές του 2026 και ο ανταγωνισμός με άλλα μεγάλα πακέτα εξωτερικής πολιτικής ενδέχεται να επηρεάσουν τον χρόνο και τη μορφή εφαρμογής. Ωστόσο, ακόμη και με αυτές τις επιφυλάξεις, ο στρατηγικός προσανατολισμός έχει ήδη χαραχθεί.

Οι μεγάλοι διάδρομοι της Δύσης σχεδιάζονται πλέον με όρους αξιοπιστίας, σταθερότητας και σεβασμού του διεθνούς δικαίου. Η Ελλάδα εντάσσεται στον πυρήνα αυτής της νέας αρχιτεκτονικής. Η Τουρκία μένει εκτός όχι λόγω συγκυριών, αλλά ως αποτέλεσμα των δικών της επιλογών.

ΠΗΓΗ: tomanifesto.gr

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ