Κλιμακώνεται η καταστολή στην Τουρκία λίγες ημέρες πριν από τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, καθώς καταγράφονται εκατοντάδες συλλήψεις, απαγορεύσεις δημόσιων συγκεντρώσεων και σοβαρές καταγγελίες για περιορισμούς στην ελευθερία του Τύπου. Οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δημοσιογραφικές ενώσεις κατηγορούν την τουρκική κυβέρνηση ότι αξιοποιεί τη διεθνή διοργάνωση ως πρόσχημα για την ενίσχυση της καταστολής σε βάρος της κοινωνίας των πολιτών.
Την Τρίτη, οι τουρκικές αρχές προχώρησαν στη σύλληψη 225 ατόμων, μεταξύ των οποίων πανεπιστημιακοί, εκπαιδευτικοί και ακτιβιστές, με την κατηγορία της διασύνδεσης με ένοπλες οργανώσεις, όπως το Ισλαμικό Κράτος. Ανάμεσα στους συλληφθέντες βρίσκεται και ένας 79χρονος περιβαλλοντικός ακτιβιστής.
Παράλληλα, ο δήμος της Άγκυρας επέβαλε από την Κυριακή απαγόρευση δημόσιων συγκεντρώσεων, διαδηλώσεων, συνεντεύξεων Τύπου και ανάρτησης αφισών, ενώ, σύμφωνα με το Politico, περίπου 40.000 αστυνομικοί έχουν αναπτυχθεί στην τουρκική πρωτεύουσα ενόψει της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ στις 7 και 8 Ιουλίου.
Την ίδια ώρα, δεκάδες ανεξάρτητοι Τούρκοι δημοσιογράφοι δεν έλαβαν διαπίστευση για την κάλυψη της Συνόδου, χωρίς να τους δοθεί οποιαδήποτε αιτιολόγηση. Όπως δήλωσε ο δημοσιογράφος και μέλος της εθνικής επιτροπής του Διεθνούς Ινστιτούτου Τύπου (IPI), Ουράζ Κασπάρ, αρκετοί από τους αποκλεισμένους εργάζονται σε μέσα ενημέρωσης που έχουν ασκήσει κριτική στην κυβέρνηση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.
Η εκπρόσωπος του ΝΑΤΟ, Άλισον Χαρτ, ανέφερε ότι η Συμμαχία βασίζεται στις αξιολογήσεις της χώρας υποδοχής όσον αφορά τους δημοσιογράφους που προέρχονται από αυτήν, προσθέτοντας ότι βρίσκεται σε επικοινωνία με τις τουρκικές αρχές για το ζήτημα των διαπιστεύσεων. Υπογράμμισε, πάντως, ότι αποτελεί βασική προτεραιότητα για το ΝΑΤΟ η δυνατότητα των μέσων ενημέρωσης να καλύπτουν επιτόπου τις εργασίες της Συνόδου.
Οι εξηγήσεις αυτές δεν ικανοποιούν τις οργανώσεις για την ελευθερία του Τύπου. Το Διεθνές Ινστιτούτο Τύπου (IPI), μαζί με ακόμη 14 οργανώσεις, απέστειλε επιστολή προς τον γενικό γραμματέα του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, ζητώντας την επανεξέταση των απορρίψεων των αιτήσεων διαπίστευσης.
«Το γεγονός ότι το ΝΑΤΟ βασίζεται στις αξιολογήσεις της χώρας υποδοχής δεν το απαλλάσσει από την ευθύνη να διατηρεί τα δικά του πρότυπα», δήλωσε ο Ουράζ Κασπάρ, ζητώντας διαφάνεια και σαφή αιτιολόγηση για κάθε απόρριψη διαπίστευσης.
Από την πλευρά της, η δημοσιογράφος του ανεξάρτητου τηλεοπτικού σταθμού Halk TV, Ισίν Ελιτσίν, της οποίας επίσης απορρίφθηκε η αίτηση διαπίστευσης, υποστήριξε ότι ο αποκλεισμός δημοσιογράφων χωρίς εξηγήσεις περιορίζει την ελευθερία του Τύπου και στερεί από το κοινό την πρόσβαση σε ανεξάρτητη ενημέρωση για τις εργασίες της Συμμαχίας.
Επικριτικός εμφανίστηκε και ο αναπληρωτής διευθυντής του τμήματος Ευρώπης της Human Rights Watch, Μπεν Γουόρντ, ο οποίος τόνισε ότι μια συμμαχία που επικαλείται τις αξίες της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν μπορεί να ανέχεται την κατασταλτική στάση των τουρκικών αρχών.
Ανάλογες ανησυχίες εκφράζονται και στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ. Διπλωματικές πηγές της Συμμαχίας σημειώνουν ότι η Σύνοδος Κορυφής δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για την επιβολή κατασταλτικών μέτρων, ενώ επιβεβαιώνουν ότι συνεχίζονται οι επαφές με την Άγκυρα για την επανεξέταση του καταλόγου των διαπιστευμένων δημοσιογράφων.
Ο εισηγητής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την Τουρκία, Νάτσο Σάντσεθ Αμόρ, άσκησε επίσης έντονη κριτική, υποστηρίζοντας ότι η διοργάνωση της Συνόδου συνοδεύεται από αυθαίρετες αποφάσεις για τις διαπιστεύσεις των δημοσιογράφων και από μαζικές συλλήψεις πολιτών.
Σύμφωνα με τους «Δημοσιογράφους Χωρίς Σύνορα» (Reporters Without Borders), η Τουρκία κατατάσσεται στην 163η θέση μεταξύ 180 χωρών στον Δείκτη Ελευθερίας του Τύπου, καταγράφοντας τη χαμηλότερη επίδοση μεταξύ των κρατών-μελών του ΝΑΤΟ. Παράλληλα, αποτελεί τη χώρα με τον τρίτο υψηλότερο αριθμό φυλακισμένων δημοσιογράφων στην Ευρώπη, μετά το Αζερμπαϊτζάν και τη Ρωσία.