Από τον Θουκυδίδη και τον Σουν Τσου στους «Vovan και Lexus»: Ο αόρατος πόλεμος που διεξάγει η Ρωσία κατά της Δύσης

 
υβριδικος πολεμος

Ενημερώθηκε: 06/07/26 - 11:56

Του Γιάννη Μιχελάκη

Ο Θουκυδίδης ήταν ο πρώτος που κατανόησε ότι οι πόλεμοι δεν κρίνονται αποκλειστικά από τη δύναμη των όπλων. Κρίνονται από τον φόβο, την αντίληψη, την ψυχολογία και τη βούληση των κοινωνιών. Είκοσι πέντε αιώνες αργότερα, η διαπίστωσή του μοιάζει πιο επίκαιρη από ποτέ. Μόνο που το πεδίο της σύγκρουσης έχει αλλάξει. Σήμερα, ο πόλεμος δεν διεξάγεται μόνο με πυραύλους, άρματα μάχης και αεροσκάφη. Διεξάγεται στις οθόνες των κινητών τηλεφώνων, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, στους αλγορίθμους, στις κυβερνοεπιθέσεις και στις επιχειρήσεις επιρροής.

Η πρόσφατη αποκάλυψη ότι ο σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας του πρωθυπουργού, Θάνος Ντόκος, υπήρξε στόχος του διαβόητου ρωσικού διδύμου «Vovan και Lexus» δεν αποτελεί απλώς μια επιτυχημένη τηλεφωνική εξαπάτηση. Ανεξάρτητα από το αν διέρρευσαν ή όχι ευαίσθητες πληροφορίες, το περιστατικό υπενθυμίζει ότι οι δημοκρατίες βρίσκονται πλέον αντιμέτωπες με έναν διαφορετικό τύπο πολέμου: έναν πόλεμο που διεξάγεται κάτω από το κατώφλι της συμβατικής σύγκρουσης.

Η Ρωσία δεν εφηύρε αυτή τη μορφή αντιπαράθεσης. Την εξέλιξε. Ήδη από την εποχή της Σοβιετικής Ένωσης, η KGB χρησιμοποιούσε τα λεγόμενα Active Measures: επιχειρήσεις παραπληροφόρησης, πλαστά έγγραφα, διασπορά ψευδών ειδήσεων, χρηματοδότηση οργανώσεων, προσπάθειες επηρεασμού της κοινής γνώμης και διείσδυση σε πολιτικούς και κοινωνικούς χώρους του εξωτερικού. Στόχος δεν ήταν μόνο η συλλογή πληροφοριών, αλλά η διαμόρφωση της πραγματικότητας προς όφελος της Μόσχας.

Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, πολλοί πίστεψαν ότι αυτές οι πρακτικές ανήκαν στο παρελθόν. Αντίθετα, προσαρμόστηκαν στη νέα ψηφιακή εποχή. Σήμερα, σύμφωνα με αναλύσεις κορυφαίων οργανισμών όπως η RAND Corporation, το Center for Strategic and International Studies CSIS, το NATO Strategic Communications Centre of Excellence, το Royal United Services Institute RUSI, το Chatham House και το European Centre of Excellence for Countering Hybrid Threats, η Ρωσία αντιμετωπίζει τις πληροφοριακές επιχειρήσεις ως αναπόσπαστο τμήμα της εθνικής της στρατηγικής. Κυβερνοεπιθέσεις, παραπληροφόρηση, ψυχολογικές επιχειρήσεις, οικονομική πίεση, δολιοφθορές, ενεργειακή εργαλειοποίηση και επιχειρήσεις επιρροής αποτελούν διαφορετικές όψεις του ίδιου μηχανισμού.

Στη δυτική βιβλιογραφία γίνεται συχνά λόγος για το λεγόμενο «δόγμα Γκερασίμοφ». Ο όρος καθιερώθηκε μετά από άρθρο του αρχηγού του ρωσικού Γενικού Επιτελείου, Βαλέρι Γκερασίμοφ, το 2013, όπου υποστήριζε ότι στις σύγχρονες συγκρούσεις τα μη στρατιωτικά μέσα μπορούν να αποδειχθούν αποτελεσματικότερα ακόμη και από τη συμβατική στρατιωτική ισχύ. Ωστόσο, αρκετοί κορυφαίοι αναλυτές επισημαίνουν ότι δεν πρόκειται για επίσημο ρωσικό δόγμα, αλλά για έναν δυτικό όρο που περιγράφει μια ευρύτερη στρατηγική αντίληψη. Η ουσία, όμως, παραμένει: η Μόσχα χρησιμοποιεί συνδυαστικά όλα τα διαθέσιμα μέσα ισχύος, επιδιώκοντας να αποδυναμώσει τον αντίπαλο πολύ πριν χρειαστεί να χρησιμοποιήσει στρατεύματα.

Κεντρική θέση σε αυτή τη στρατηγική κατέχει η έννοια του Reflexive Control, μια θεωρία που αναπτύχθηκε στη σοβιετική στρατηγική σκέψη. Η βασική της ιδέα είναι απλή αλλά εξαιρετικά αποτελεσματική: δεν αρκεί να επηρεάσεις τον αντίπαλο· πρέπει να τον οδηγήσεις να λάβει μόνος του την απόφαση που εξυπηρετεί τα δικά σου συμφέροντα, πιστεύοντας ότι ενεργεί ανεξάρτητα. Δεν πρόκειται απλώς για παραπληροφόρηση. Πρόκειται για διαμόρφωση της αντίληψης και, τελικά, της ίδιας της διαδικασίας λήψης αποφάσεων.

Γι’ αυτό και το ΝΑΤΟ χρησιμοποιεί πλέον ολοένα και συχνότερα τον όρο Cognitive Warfare – γνωστικός πόλεμος. Δεν πρόκειται μόνο για την κατάκτηση εδάφους ή την καταστροφή στρατιωτικών υποδομών. Πρόκειται για τη χειραγώγηση του ανθρώπινου νου, της κρίσης και της εμπιστοσύνης των κοινωνιών στους θεσμούς τους. Με την τεχνητή νοημοσύνη, τα deepfakes και την εκθετική ανάπτυξη των ψηφιακών πλατφορμών, αυτή η μορφή σύγκρουσης αποκτά πρωτοφανείς δυνατότητες.

Η δράση των «Vovan και Lexus» εντάσσεται ακριβώς σε αυτό το πλαίσιο. Το δίδυμο έχει στοχοποιήσει κατά καιρούς πρωθυπουργούς, προέδρους, υπουργούς, επικεφαλής διεθνών οργανισμών και άλλες προσωπικότητες της Δύσης. Η επιτυχία μιας τέτοιας επιχείρησης δεν μετριέται μόνο από τις πληροφορίες που ενδεχομένως αποσπώνται. Μετριέται κυρίως από την εικόνα που δημιουργείται: την αμφισβήτηση της αξιοπιστίας των θεσμών, τον δημόσιο διασυρμό, την εσωτερική πολιτική αντιπαράθεση και τη διάβρωση της εμπιστοσύνης. Στον πληροφοριακό πόλεμο, πολλές φορές η εντύπωση είναι σημαντικότερη από το ίδιο το γεγονός.

Δεν είναι τυχαίο ότι οι δυτικές υπηρεσίες πληροφοριών έχουν επανειλημμένα επισημάνει ρωσικές επιχειρήσεις επιρροής σε εκλογικές διαδικασίες, από τις αμερικανικές προεδρικές εκλογές του 2016 έως προσπάθειες επηρεασμού της κοινής γνώμης στη Γαλλία, τη Γερμανία, τη Ρουμανία και τη Μολδαβία. Οι μέθοδοι διαφέρουν, αλλά ο στόχος παραμένει κοινός: πόλωση, σύγχυση και αποδυνάμωση της εμπιστοσύνης στις δημοκρατικές διαδικασίες.

Η Κίνα ακολουθεί διαφορετική στρατηγική. Ενώ η Ρωσία επενδύει συχνά στην αποσταθεροποίηση και στο σοκ, το Πεκίνο προτιμά τη μακροχρόνια επιρροή μέσω της οικονομίας, της τεχνολογίας, των υποδομών, της πληροφορίας και της ψηφιακής εξάρτησης. Οι μέθοδοι διαφέρουν. Η επιδίωξη, όμως, είναι κοινή: η διαμόρφωση ενός διεθνούς περιβάλλοντος ευνοϊκού για τα εθνικά τους συμφέροντα, χωρίς να απαιτείται η προσφυγή σε άμεση στρατιωτική σύγκρουση.

Η Ελλάδα δεν βρίσκεται έξω από αυτή τη νέα πραγματικότητα. Ως κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε μια περιοχή ιδιαίτερης γεωπολιτικής σημασίας, οφείλει να αντιμετωπίζει με τη μέγιστη σοβαρότητα όχι μόνο τις συμβατικές αλλά και τις υβριδικές και γνωστικές απειλές. Η προστασία της εθνικής ασφάλειας δεν εξαρτάται πλέον αποκλειστικά από τις Ένοπλες Δυνάμεις ή τις υπηρεσίες πληροφοριών. Απαιτεί θεσμική ανθεκτικότητα, ψηφιακή ασφάλεια, εκπαίδευση και κοινωνίες που μπορούν να αναγνωρίζουν την παραπληροφόρηση πριν αυτή μετατραπεί σε πολιτικό ή στρατηγικό όπλο.

Ο Θουκυδίδης μας δίδαξε ότι η ισχύς δεν εξαντλείται στη στρατιωτική δύναμη. Ο Σουν Τσου συμπλήρωσε αιώνες αργότερα ότι «η ύψιστη τέχνη του πολέμου είναι να υποτάξεις τον αντίπαλο χωρίς να πολεμήσεις». Ίσως καμία άλλη φράση να μην περιγράφει καλύτερα τη φύση των συγκρούσεων του 21ου αιώνα. Σήμερα, η σημαντικότερη μάχη δεν δίνεται για την κατάληψη εδαφών αλλά για την κατάληψη της ανθρώπινης αντίληψης. Και οι πόλεμοι του μέλλοντος ίσως να μη κερδίζονται από εκείνον που διαθέτει τους περισσότερους πυραύλους, αλλά από εκείνον που θα καταφέρει πρώτος να καταλάβει το μυαλό του αντιπάλου.

ΠΗΓΗ: tomanifesto.gr

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ