Η κοινωνική οργή στη Γαλλία έχει πραγματικές αιτίες. Η ακρίβεια, οι ελλείψεις στην εκπαίδευση και η φθορά της πολιτικής εξουσίας δεν αποτελούν κατασκευάσματα ξένων υπηρεσιών. Ακριβώς όμως επειδή είναι πραγματικές, προσφέρουν πρόσφορο έδαφος σε όσους επιδιώκουν να μετατρέψουν μια εσωτερική κρίση σε στρατηγική αδυναμία. Το ερώτημα δεν είναι αν κάποιος στο εξωτερικό «οργάνωσε» τις κινητοποιήσεις. Είναι ποιος επιχειρεί να εκμεταλλευθεί την ένταση, να βαθύνει τη δυσπιστία και να αυξήσει το κόστος των αποφάσεων του Παρισιού. Εκεί αρχίζει η συζήτηση για τον υβριδικό πόλεμο.
Τα στοιχεία παραπληροφόρησης είναι συγκεκριμένα. Έρευνες του TF1 και του Γαλλικού Πρακτορείου κατέγραψαν παλιές εικόνες που παρουσιάστηκαν ως στιγμιότυπα των σημερινών κινητοποιήσεων: ένα φλεγόμενο λεωφορείο στη Νιμ το 2023, επεισόδια στη Νέα Υόρκη της ίδιας χρονιάς. Ένα στρατιωτικό όχημα που επέστρεφε σε στρατόπεδο εμφανίστηκε ως ένδειξη επέμβασης του στρατού εναντίον μαθητών. Παράλληλα, αναρτήσεις στο εξωτερικό περιέγραφαν μια Γαλλία σε «εμφύλιο». Αυτά τεκμηριώνουν παραποίηση της πραγματικότητας. Δεν αποδεικνύουν ενιαίο κέντρο καθοδήγησης ούτε ότι οι αναρτήσεις προκάλεσαν τη βία. Δείχνουν, ωστόσο, πόσο εύκολα η κοινωνική σύγκρουση μετατρέπεται σε πρώτη ύλη επιχειρήσεων επιρροής.
Η μέθοδος βασίζεται στην αξιοποίηση υπαρκτών ρωγμών. Ανώνυμοι λογαριασμοί, πλαστές διαδικτυακές ταυτότητες, συντονισμένες αναδημοσιεύσεις και περιεχόμενο εκτός συμφραζομένων μπορούν να διογκώσουν τον φόβο και την αγανάκτηση. Διαφορετικά ακροατήρια δέχονται διαφορετικά μηνύματα: στους μεν προβάλλεται ένα κράτος που καταστέλλει τη νεολαία, στους δε μια χώρα που παραδίδεται στο χάος. Ο κοινός παρονομαστής είναι η διάβρωση της εμπιστοσύνης. Για να αποδώσουμε όμως αυτές τις τεχνικές σε συγκεκριμένο ξένο μηχανισμό, χρειάζονται στοιχεία για τους λογαριασμούς, τον συντονισμό και την προέλευσή τους. Η υποψία δεν υποκαθιστά την έρευνα.
Στην περίπτωση της Ρωσίας, το πιθανό στρατηγικό όφελος είναι σαφές: η αποδυνάμωση της ευρωπαϊκής υποστήριξης προς την Ουκρανία. Η Μόσχα καλλιεργεί το αφήγημα μιας ευρωπαϊκής ηγεσίας αποκομμένης από τις ανάγκες των πολιτών. Στις 11 Σεπτεμβρίου, ο Βλαντίμιρ Πούτιν κατηγόρησε τις ευρωπαϊκές ελίτ ότι τρομοκρατούν τους πληθυσμούς τους με μια δήθεν ρωσική απειλή. Το πολιτικό μήνυμα είναι ευδιάκριτο: οι κυβερνήσεις ζητούν θυσίες για μια αντιπαράθεση που παρουσιάζεται ως ξένη προς τα κοινωνικά συμφέροντα. Έτσι, η οικονομική κόπωση μπορεί να μετατραπεί σε πίεση για γεωπολιτική υποχώρηση.
Εδώ συναντώνται, με διαφορετικές αφετηρίες, τμήματα της άκρας Δεξιάς και της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Η Μαρίν Λεπέν ζήτησε να σταματήσει η χρηματική βοήθεια προς το Κίεβο, διατηρώντας άλλες μορφές υποστήριξης. Ο Ζαν-Λικ Μελανσόν συνέδεσε την όξυνση της ρωσικής απειλής με ουκρανικά πλήγματα μεγάλου βεληνεκούς, αναγνωρίζοντας ότι η Ρωσία είναι ο εισβολέας. Ο Γάλλος υπουργός Εξωτερικών Ζαν-Νοέλ Μπαρό τους κατηγόρησε ότι αναπαράγουν τη ρητορική Πούτιν. Η σύγκλιση επιμέρους θέσεων δεν αποδεικνύει εξάρτηση. Μπορεί όμως να εξυπηρετεί αντικειμενικά την επιδίωξη της Μόσχας να περιοριστεί η βοήθεια προς την Ουκρανία.
Η Γαλλία χρειάζεται να αντιμετωπίσει τις κοινωνικές αιτίες της κρίσης και να ερευνήσει την εξωτερική εκμετάλλευσή της. Η επίκληση ξένου δακτύλου δεν απαλλάσσει την κυβέρνηση από τις ευθύνες της. Ούτε όμως η γνησιότητα των αιτημάτων αποκλείει την εργαλειοποίησή τους. Ο αντίπαλος μπορεί να επιδιώκει να κερδίσει στο εσωτερικό της Ευρώπης όσα δυσκολεύεται να επιβάλει στο ουκρανικό μέτωπο. Στον υβριδικό πόλεμο, η οργή μιας κοινωνίας μπορεί να γίνει όπλο στα χέρια κάποιου άλλου.
ΠΗΓΗ: tomanifesto.gr