Οι μαζικές κινητοποιήσεις στο Ιράν έχουν πλέον κοπάσει. Δεκάδες χιλιάδες πολίτες συνελήφθησαν, ενώ όσοι κατηγορούνται ότι στήριξαν τις διαδηλώσεις αντιμετωπίζουν βαριές διώξεις, ακόμη και με κατηγορίες περί «τρομοκρατίας», καθώς και κατασχέσεις περιουσιακών στοιχείων. Προς το παρόν, οι αρχές φαίνεται να έχουν επανακτήσει τον έλεγχο.
Ωστόσο, πίσω από αυτήν την επίφαση ηρεμίας, τα βαθύτερα αίτια που οδήγησαν στην έκρηξη της κοινωνικής οργής παραμένουν άλυτα. Σύμφωνα με αναλυτές, η Τεχεράνη βρίσκεται μπροστά σε ένα δύσκολο δίλημμα: είτε θα προχωρήσει σε επώδυνους συμβιβασμούς για να εξασφαλίσει άρση κυρώσεων και να ανατάξει την οικονομία, είτε θα βρεθεί αντιμέτωπη με νέους κύκλους αναταραχής. Με την οικονομία αποδυναμωμένη, το περιφερειακό της δίκτυο συμμάχων κλονισμένο και την απειλή αμερικανικής στρατιωτικής δράσης να αιωρείται, το Ιράν βρίσκεται σε κρίσιμη καμπή.
«Αυτό δεν είναι ένα βιώσιμο status quo», τονίζει ο Άλι Βαέζ, επικεφαλής του Iran Project στο International Crisis Group. «Δεν λέω ότι το σύστημα θα καταρρεύσει άμεσα, αλλά έχει μπει σε μια καθοδική πορεία· αν δεν αλλάξει, η κατάσταση μόνο θα επιδεινώνεται».
Οι τελευταίες διαδηλώσεις ξέσπασαν στα τέλη Δεκεμβρίου, όταν η κατάρρευση του εθνικού νομίσματος πυροδότησε αρχικά οικονομικές διαμαρτυρίες, οι οποίες σύντομα εξελίχθηκαν σε πανεθνικό κίνημα με αιτήματα την ανατροπή της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Η απάντηση των αρχών οδήγησε σε μία από τις πιο αιματηρές συγκρούσεις από την επανάσταση του 1979. Σύμφωνα με τα κρατικά μέσα, περισσότεροι από 3.100 άνθρωποι σκοτώθηκαν, ενώ οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων ανεβάζουν τον αριθμό σε πάνω από 5.000, στοιχεία που δεν κατέστη δυνατό να επαληθευτούν ανεξάρτητα.
Σε αντίθεση με προηγούμενες κρίσεις, όταν το κράτος επιχείρησε να κατευνάσει την κοινωνική δυσαρέσκεια με επιδοτήσεις και χαλάρωση κοινωνικών περιορισμών, αυτή τη φορά τα περιθώρια είναι περιορισμένα. Οι πολυετείς κυρώσεις, η κακοδιαχείριση και η διαφθορά έχουν οδηγήσει σε κατάρρευση του ριάλ, με τον πληθωρισμό να ξεπερνά το 42%, ενώ τα έσοδα από το πετρέλαιο μειώνονται. Παράλληλα, οι συχνές διακοπές ρεύματος και οι χρόνιες ελλείψεις νερού επιβαρύνουν περαιτέρω την καθημερινότητα των πολιτών.
Για να επιτύχει χαλάρωση των κυρώσεων, το Ιράν θα πρέπει να διαπραγματευτεί με την κυβέρνηση Τραμπ, κάτι που προϋποθέτει παραχωρήσεις σε θεμελιώδεις πυλώνες της εξωτερικής του πολιτικής: το πυρηνικό πρόγραμμα, το βαλλιστικό οπλοστάσιο και τη στήριξη περιφερειακών συμμάχων. Αν και στο παρελθόν υπήρξε σχετική ευελιξία στο πυρηνικό ζήτημα, οι άλλοι δύο άξονες θεωρούνται μέχρι σήμερα αδιαπραγμάτευτοι.
Την ίδια στιγμή, η περιφερειακή στρατηγική της Τεχεράνης δοκιμάζεται. Το Ισραήλ έχει αποδυναμώσει τη Χεζμπολάχ, η Συρία έχει βυθιστεί σε νέα πραγματικότητα μετά την πτώση Άσαντ και το ίδιο το Ιράν δέχθηκε άμεσο πλήγμα από τον βασικό του αντίπαλο. Παρ’ όλα αυτά, σύμφωνα με ειδικούς, η ιρανική ηγεσία φαίνεται αποφασισμένη να επιμείνει στη στρατηγική της, προσαρμόζοντας απλώς τα μέσα.
Οι δίαυλοι επικοινωνίας με τις ΗΠΑ παραμένουν ανοιχτοί, παρά την ένταση και τη μετακίνηση αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων στην περιοχή. Όμως, ακόμη και αν επιτευχθεί μια συμφωνία, το ζήτημα της νομιμοποίησης του καθεστώτος στο εσωτερικό παραμένει ανοιχτό. Το άτυπο κοινωνικό συμβόλαιο, που αντάλλασσε ασφάλεια με περιορισμένες ελευθερίες, έχει πλέον διαρραγεί, ιδιαίτερα μετά τον πόλεμο με το Ισραήλ και την επιδείνωση των βασικών υπηρεσιών.
Αναλυτές εκτιμούν ότι μια βαθύτερη μεταμόρφωση έχει ήδη ξεκινήσει, με τη χώρα να μετακινείται από ένα θεοκρατικό σε ένα περισσότερο στρατιωτικοποιημένο μοντέλο εξουσίας, όπου οι Φρουροί της Επανάστασης διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο. «Μετά τον θάνατο ή την αποχώρηση του Χαμενεΐ, το Ιράν δεν θα είναι το ίδιο», σημειώνουν. Το αν αυτή η αλλαγή θα οδηγήσει σε λαϊκή εξέγερση ή σε μια ελεγχόμενη μετάβαση τύπου Σοβιετικής Ένωσης παραμένει άγνωστο. Ένα είναι βέβαιο: η αλλαγή θεωρείται πλέον αναπόφευκτη.