Το ιστορικό Ορφανοτροφείο της Πριγκήπου, ένα από τα πλέον εμβληματικά κτήρια της ελληνικής παρουσίας στην Κωνσταντινούπολη, πρόκειται να αναστηλωθεί και να λειτουργήσει ως ξενοδοχείο, όπως αποκάλυψε ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος κατά τη διάρκεια εκδήλωσης στην Πρίγκηπο.
Η ανακοίνωση έγινε στα εγκαίνια έκθεσης αφιερωμένης στην ιστορία του ελληνικού Ορφανοτροφείου των Πριγκηποννήσων, παρουσία ιστορικών, ερευνητών και εκπροσώπων του Πατριαρχείου και του Ιδρύματος Νήσων.
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης εξήγησε ότι οι επανειλημμένες προσπάθειες του Πατριαρχείου να εξασφαλίσει τα τεράστια κονδύλια που απαιτούνται για τη διάσωση του ξύλινου οικοδομήματος δεν απέδωσαν καρπούς, με αποτέλεσμα το κτήριο να βρίσκεται πλέον σε οριακή κατάσταση και να κινδυνεύει άμεσα με κατάρρευση.
Όπως ανέφερε, αρχικός στόχος ήταν το Ορφανοτροφείο να μετατραπεί σε διεθνές κέντρο διαθρησκειακού διαλόγου και σε κέντρο περιβαλλοντικών μελετών. Ωστόσο, λόγω των μεγάλων οικονομικών δυσκολιών, το Πατριαρχείο αποφάσισε τελικά να προχωρήσει στην αξιοποίησή του ως ξενοδοχειακής μονάδας.
«Η Εκκλησία, μη έχοντας άλλη λύση, αποφάσισε να το μετατρέψει σε ξενοδοχείο», δήλωσε χαρακτηριστικά ο Οικουμενικός Πατριάρχης, σημειώνοντας ότι πρόκειται για μια ιδιαίτερα δύσκολη αλλά αναγκαία απόφαση, προκειμένου να σωθεί το ιστορικό κτήριο «προτού ισοπεδωθεί».
Ο κ.κ. Βαρθολομαίος αποκάλυψε ακόμη ότι το έργο θα υλοποιηθεί από τουρκική εταιρεία σε συνεργασία με ελληνική εταιρεία, εκφράζοντας την ελπίδα ότι το Ορφανοτροφείο θα εξελιχθεί σε «σύμβολο ενότητας, συνεργασίας και φιλίας μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας».
Κατά την ομιλία του, που πραγματοποιήθηκε στα ελληνικά και στα τουρκικά, ο Πατριάρχης μίλησε με ιδιαίτερη συγκίνηση για τις προσωπικές του αναμνήσεις από το Ορφανοτροφείο, θυμούμενος τις επισκέψεις του στο κτήριο όταν ήταν σπουδαστής της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης και έπαιζε με τα παιδιά που φιλοξενούνταν εκεί.
Το επιβλητικό ξύλινο οικοδόμημα, που εκτείνεται σε πέντε ορόφους και διαθέτει 206 δωμάτια, κατασκευάστηκε το 1898 από τον Γάλλο αρχιτέκτονα Αλεξάντρ Βαλορί. Αρχικά προοριζόταν να λειτουργήσει ως πολυτελές ξενοδοχείο για την εταιρεία που διαχειριζόταν το θρυλικό Όριεντ Εξπρές.
Ωστόσο, ο σουλτάνος Αμπντούλ Χαμίντ Β΄ δεν επέτρεψε τη λειτουργία του ως ξενοδοχείου και καζίνο, αρνούμενος να χορηγήσει σχετική άδεια. Στη συνέχεια το κτήριο αγοράστηκε από την Ελένη Ζαρίφη, σύζυγο εύπορου Έλληνα τραπεζίτη της Κωνσταντινούπολης, η οποία το δώρισε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο.
Από το 1903 λειτούργησε ως ορφανοτροφείο για περίπου 5.800 παιδιά της ελληνικής κοινότητας έως το 1964, όταν έκλεισε εξαιτίας της επιδείνωσης των ελληνοτουρκικών σχέσεων και της κρίσης γύρω από το Κυπριακό.
Στα χρόνια που ακολούθησαν, το κτήριο εγκαταλείφθηκε και υπέστη σοβαρές φθορές από τον χρόνο και τις φυσικές καταστροφές, μετατρεπόμενο σταδιακά σε ερείπιο.
Το 1997 κατασχέθηκε από το τουρκικό κράτος, όμως επανήλθε στην ιδιοκτησία του Οικουμενικού Πατριαρχείου έπειτα από απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων το 2010.
Το 2018 η Europa Nostra είχε εντάξει το ιστορικό κτήριο στον κατάλογο των επτά πλέον απειλούμενων μνημείων πολιτιστικής κληρονομιάς στην Ευρώπη, ενώ το 2022 οι τουρκικές αρχές έδωσαν το «πράσινο φως» για την έναρξη εργασιών αποκατάστασης.