Reuters: Αναλυτές αμφισβητούν τους ισχυρισμούς Τραμπ περί «νίκης» στο Ιράν — «Μακροπρόθεσμη στρατηγική αποτυχία»

 
Reuters: Αναλυτές αμφισβητούν τους ισχυρισμούς Τραμπ περί «νίκης» στο Ιράν — «Μακροπρόθεσμη στρατηγική αποτυχία»

Ενημερώθηκε: 23/05/26 - 16:04

Οι επανειλημμένοι ισχυρισμοί του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ περί «πλήρους νίκης» απέναντι στο Ιράν αμφισβητούνται ολοένα και περισσότερο από αναλυτές και πρώην αξιωματούχους, καθώς η κρίση στη Μέση Ανατολή παραμένει ανοιχτή και οι απειλές για νέα στρατιωτική κλιμάκωση εξακολουθούν να κυριαρχούν. Παρά τις θριαμβολογίες της Ουάσινγκτον, αρκετοί ειδικοί εκτιμούν ότι οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους στον Κόλπο ενδέχεται να εξέλθουν από τη σύγκρουση πιο αποδυναμωμένοι, ενώ η Τεχεράνη, αν και έχει υποστεί σοβαρά στρατιωτικά και οικονομικά πλήγματα, απέδειξε ότι διατηρεί τη δυνατότητα να επηρεάζει καθοριστικά τις παγκόσμιες ενεργειακές ροές.

Σύμφωνα με αναλυτές που μίλησαν στο Reuters, το Ιράν έδειξε ότι μπορεί να ασκήσει πίεση στη ναυσιπλοΐα και στη μεταφορά μεγάλου μέρους των παγκόσμιων αποθεμάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου μέσω των Στενών του Ορμούζ, δημιουργώντας σοβαρούς κραδασμούς στις διεθνείς αγορές ενέργειας. Την ίδια στιγμή, η αβεβαιότητα γύρω από τις διαπραγματεύσεις και οι συνεχείς απειλές για επανάληψη αμερικανικών επιθέσεων διατηρούν την περιοχή σε κατάσταση έντασης.

Ο πρώην διαπραγματευτής για τη Μέση Ανατολή Άαρον Ντέιβιντ Μίλερ υποστήριξε ότι η σύγκρουση εξελίσσεται σε στρατηγική αποτυχία για τον Τραμπ, σημειώνοντας ότι ένας πόλεμος που παρουσιάστηκε αρχικά ως σύντομη και ελεγχόμενη επιχείρηση μετατρέπεται σταδιακά σε μακροχρόνιο γεωπολιτικό βάρος για τις ΗΠΑ.

Παρά το γεγονός ότι ο Τραμπ εμφανίζεται ως ηγέτης της ισχυρότερης στρατιωτικής δύναμης στον κόσμο, αναλυτές επισημαίνουν ότι η Ουάσινγκτον εξακολουθεί να μην έχει καθορίσει ένα σαφές και ρεαλιστικό τελικό αποτέλεσμα για τη σύγκρουση. Η κατάσταση αυτή, εκτιμούν, ενδέχεται να οδηγήσει τον Αμερικανό πρόεδρο σε ακόμη πιο αδιάλλακτη στάση, ώστε να αποφύγει οποιαδήποτε συμφωνία θα μπορούσε να εκληφθεί ως υποχώρηση ή ως επιστροφή σε μια εκδοχή της πυρηνικής συμφωνίας του 2015, την οποία είχε ακυρώσει κατά την πρώτη του θητεία.

Όπως σημειώνει στην ανάλυσή του το Reuters, η πίεση προς τον Λευκό Οίκο εντείνεται και στο εσωτερικό των ΗΠΑ. Ο Τραμπ είχε επανειλημμένα δεσμευτεί προεκλογικά ότι δεν θα εμπλέξει τη χώρα σε νέες στρατιωτικές περιπέτειες στο εξωτερικό. Ωστόσο, η συνεχιζόμενη κρίση στη Μέση Ανατολή, σε συνδυασμό με την άνοδο των τιμών των καυσίμων και τη δυσαρέσκεια της αμερικανικής κοινής γνώμης απέναντι στον πόλεμο, δημιουργούν πρόσθετο πολιτικό κόστος ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου.

Ορισμένοι ειδικοί εκτιμούν ότι, εάν καταρρεύσει η διπλωματική διαδικασία, ο Τραμπ θα μπορούσε να επιλέξει έναν νέο γύρο περιορισμένων αλλά σφοδρών επιθέσεων, παρουσιάζοντάς τον ως «τελική νίκη», προκειμένου να αποχωρήσει πολιτικά διασώζοντας το κύρος του.

Από την άλλη πλευρά, υποστηρικτές της αμερικανικής στρατηγικής θεωρούν ότι οι επιχειρήσεις κατά του Ιράν είχαν ήδη σημαντικά αποτελέσματα. Ο πρώην σύμβουλος του Τραμπ Αλεξάντερ Γκρέι υποστήριξε ότι τα πλήγματα στις ιρανικές στρατιωτικές δυνατότητες συνιστούν «στρατηγική επιτυχία», ενώ εκτίμησε ότι η κρίση έφερε τα κράτη του Κόλπου πιο κοντά στις ΗΠΑ και πιο μακριά από την επιρροή της Κίνας.

Κατά τις πρώτες φάσεις του πολέμου, εκτεταμένες αεροπορικές επιδρομές προκάλεσαν σοβαρές απώλειες στο ιρανικό πυραυλικό οπλοστάσιο και στο ναυτικό της χώρας, ενώ σκοτώθηκαν και υψηλόβαθμα στελέχη της ιρανικής ηγεσίας. Ωστόσο, η Τεχεράνη αντέδρασε με αποκλεισμό των Στενών του Ορμούζ και με επιθέσεις εναντίον του Ισραήλ και κρατών του Κόλπου, προκαλώντας νέα κλιμάκωση.

Παράλληλα, οι στόχοι που είχε θέσει ο Τραμπ – από την αποτροπή ανάπτυξης πυρηνικών όπλων έως την αποδυνάμωση της περιφερειακής επιρροής της Τεχεράνης – παραμένουν σε μεγάλο βαθμό ανεκπλήρωτοι. Το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα συνεχίζει να αποτελεί βασικό σημείο αντιπαράθεσης, ενώ ειδικοί προειδοποιούν ότι ο πόλεμος ίσως ωθήσει το Ιράν να επιταχύνει ακόμη περισσότερο τις προσπάθειες ανάπτυξης πυρηνικών δυνατοτήτων, ακολουθώντας το παράδειγμα της Βόρειας Κορέας.

Αναλυτές επισημαίνουν επίσης ότι η νέα ιρανική ηγεσία θεωρείται ακόμη πιο σκληροπυρηνική, ενώ η χώρα διατηρεί σημαντικές δυνατότητες σε πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη, γεγονός που συνεχίζει να προκαλεί ανησυχία στις γειτονικές χώρες.

Την ίδια ώρα, αρκετοί ειδικοί θεωρούν ότι η σύγκρουση παρείχε πολύτιμα συμπεράσματα σε δυνάμεις όπως η Ρωσία και η Κίνα σχετικά με τις αδυναμίες του αμερικανικού στρατού απέναντι σε ασύμμετρες τακτικές, αλλά και σχετικά με την ταχύτητα εξάντλησης ορισμένων αμερικανικών αποθεμάτων όπλων.

Ο αναλυτής του Ατλαντικού Συμβουλίου Τζόναθαν Πανίκοφ σημείωσε ότι, παρά τις καταστροφικές απώλειες που υπέστη, το Ιράν θεωρεί επιτυχία το γεγονός ότι κατάφερε να επιβιώσει από τη στρατιωτική πίεση των ΗΠΑ και να αποδείξει τη δυνατότητά του να επηρεάζει τη ναυσιπλοΐα στον Κόλπο.

Από την πλευρά του, ο Ρόμπερτ Κάγκαν του Ινστιτούτου Μπρούκινγκς προειδοποίησε ότι μια αρνητική κατάληξη για τις ΗΠΑ θα μπορούσε να αποτελέσει σοβαρό πλήγμα για το κύρος και την παγκόσμια επιρροή της Ουάσινγκτον, ακόμη βαρύτερο από προηγούμενες στρατηγικές αποτυχίες όπως εκείνες στο Βιετνάμ και στο Αφγανιστάν, καθώς το Ιράν βρίσκεται στο επίκεντρο των σημερινών γεωπολιτικών ανταγωνισμών.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ