Πιο κοντά από οποιαδήποτε άλλη στιγμή των τελευταίων ετών φαίνεται να βρίσκεται το ενδεχόμενο μιας άμεσης στρατιωτικής σύγκρουσης μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν. Η ομάδα κρούσης του αεροπλανοφόρου USS Abraham Lincoln, την οποία ο Ντόναλντ Τραμπ χαρακτήρισε ισχυρότερη ακόμη και από εκείνη που είχε αναπτυχθεί στη Βενεζουέλα, κινείται πλέον εντός της ζώνης ευθύνης της Κεντρικής Διοίκησης των ΗΠΑ, σε μικρή απόσταση από τα ιρανικά χωρικά ύδατα.
Ωστόσο, σε αντίθεση με προηγούμενες κρίσεις, η αντίδραση της Τεχεράνης σε ένα πιθανό αμερικανικό πλήγμα ενδέχεται αυτή τη φορά να μην ακολουθήσει το γνώριμο μοτίβο των ελεγχόμενων και προσεκτικά μετρημένων αντιποίνων.
Οι απειλές της Ουάσινγκτον συμπίπτουν με μια περίοδο έντονης εσωτερικής αποσταθεροποίησης για την Ισλαμική Δημοκρατία. Η χώρα βιώνει ένα από τα σοβαρότερα κύματα κοινωνικής αναταραχής από το 1979, γεγονός που αυξάνει δραστικά τον κίνδυνο ταχείας και ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης, τόσο σε περιφερειακό επίπεδο όσο και στο εσωτερικό του Ιράν, όπως επισημαίνει και το BBC.
Τα τελευταία χρόνια, η ιρανική στρατηγική απέναντι στις αμερικανικές επιθέσεις βασιζόταν σε περιορισμένες και χρονικά καθυστερημένες απαντήσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσαν τα πλήγματα των ΗΠΑ σε ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις τον Ιούνιο του 2025, όταν η Τεχεράνη απάντησε την επόμενη ημέρα με πυραυλική επίθεση κατά της αμερικανικής βάσης Al Udeid στο Κατάρ, έχοντας προηγουμένως προειδοποιήσει για το χτύπημα. Η κίνηση αυτή ερμηνεύθηκε ως προσπάθεια επίδειξης αποφασιστικότητας χωρίς πρόκληση γενικευμένου πολέμου.
Παρόμοια τακτική είχε ακολουθηθεί και το 2020, μετά τη δολοφονία του Κασέμ Σουλεϊμανί, όταν το Ιράν εξαπέλυσε πυραυλική επίθεση σε αμερικανική βάση στο Ιράκ, επίσης κατόπιν προειδοποίησης.
Η σημερινή συγκυρία, ωστόσο, διαφέρει ουσιαστικά. Οι μαζικές διαδηλώσεις που ξέσπασαν στα τέλη Δεκεμβρίου αντιμετωπίστηκαν με ακραία καταστολή, με χιλιάδες νεκρούς, τραυματίες και φυλακισμένους, σύμφωνα με οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Για σύντομο χρονικό διάστημα, οι δυνάμεις ασφαλείας φέρονται να έχασαν τον έλεγχο σε τμήματα μεγάλων πόλεων, γεγονός που φαίνεται να έχει κλονίσει βαθιά το καθεστώς. Η σχετική ηρεμία που ακολούθησε επιβλήθηκε δια της βίας, αφήνοντας πίσω της ένα ιδιαίτερα εύθραυστο περιβάλλον.
Σε αυτό το πλαίσιο, το εύρος και η ένταση μιας ενδεχόμενης αμερικανικής επίθεσης αποκτούν καθοριστική σημασία. Ένα περιορισμένο πλήγμα θα μπορούσε να επιτρέψει στην Ουάσινγκτον να διακηρύξει στρατιωτική επιτυχία χωρίς να ανοίξει τον δρόμο για περιφερειακό πόλεμο, ενδέχεται όμως ταυτόχρονα να προσφέρει στο ιρανικό καθεστώς άλλοθι για περαιτέρω εσωτερική καταστολή.
Αντίθετα, μια ευρύτερη στρατιωτική εκστρατεία που θα αποδυνάμωνε σοβαρά τον κρατικό μηχανισμό του Ιράν θα μπορούσε να οδηγήσει τη χώρα στα όρια της αποσύνθεσης. Η αιφνίδια κατάρρευση της κεντρικής εξουσίας σε μια χώρα άνω των 90 εκατομμυρίων κατοίκων δύσκολα θα οδηγούσε σε ομαλή πολιτική μετάβαση, αλλά πιθανότερα σε παρατεταμένη αστάθεια, εσωτερικές συγκρούσεις και αλυσιδωτές επιπτώσεις σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή.
Οι κίνδυνοι αυτοί εξηγούν και τη σκλήρυνση της ρητορικής της Τεχεράνης, η οποία προκαλεί ανησυχία στους γείτονές της, ιδιαίτερα στα κράτη του Κόλπου που φιλοξενούν αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις. Μια ισχυρή ιρανική απάντηση θα μπορούσε να τους θέσει σε άμεσο κίνδυνο, ανεξαρτήτως άμεσης εμπλοκής, αυξάνοντας την πιθανότητα μιας σύγκρουσης που θα ξεπεράσει κατά πολύ τα όρια μιας διμερούς αντιπαράθεσης.
Τόσο η Ουάσινγκτον όσο και η Τεχεράνη φαίνεται να αντιλαμβάνονται τη συνολική στρατηγική εικόνα. Ο Ντόναλντ Τραμπ γνωρίζει ότι το Ιράν είναι στρατιωτικά αποδυναμωμένο σε σχέση με το παρελθόν, ενώ η ιρανική ηγεσία εκτιμά ότι ο Αμερικανός πρόεδρος δεν επιθυμεί έναν παρατεταμένο πόλεμο χωρίς σαφές τέλος.
Ωστόσο, αυτή η αμοιβαία επίγνωση ενδέχεται να οδηγήσει και σε επικίνδυνες παρερμηνείες, με κάθε πλευρά να υπερεκτιμά τις δυνατότητές της ή να υποτιμά τις προθέσεις του αντιπάλου. Υπό συνθήκες έντονης πίεσης και περιορισμένων επιλογών, ο κίνδυνος λανθασμένων υπολογισμών αυξάνεται — με τις περιφερειακές χώρες και τον ιρανικό πληθυσμό να κινδυνεύουν να πληρώσουν το βαρύτερο τίμημα.