Η γεωπολιτική ρευστότητα στη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Μεσόγειο, υπό το βάρος του πολέμου με το Ιράν και της εκτιμώμενης απόσυρσης του αμερικανικού ενδιαφέροντος, επαναδιαμορφώνει τους περιφερειακούς συμμαχικούς άξονες.
Ωστόσο, ενώ χώρες όπως η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία και το Πακιστάν συγκρότησαν πρόσφατα το «Σύμφωνο της Μέκκας» ως απάντηση στην ιρανική απειλή, η στενότερη αμυντική σύγκλιση μεταξύ Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ υπαγορεύεται από έναν εντελώς διαφορετικό παράγοντα: τον αυξανόμενο φόβο για τον τουρκικό αναθεωρητισμό.
Η Άγκυρα αξιοποιεί την εξασθένηση της Τεχεράνης για να εδραιώσει τη φιλοδοξία της ως «παγκόσμιος παίκτης». Παράλληλα με τις στρατιωτικές της βάσεις στη Συρία και την Αφρική ή τις ενεργειακές σχέσεις με τη Ρωσία, η Τουρκία κλιμακώνει την επιθετική της τακτική στη Μεσόγειο μέσω του δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας», ενώ επιχειρεί τη διπλωματική απομόνωση του Ισραήλ.
Απέναντι σε αυτή τη στρατηγική, η τριμερής συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ λειτουργεί ως αναγκαίο αμυντικό αντίβαρο. Αιχμή του δόρατος αποτελεί η πρόσφατη εξοπλιστική συμφωνία ύψους 3 δισεκατομμυρίων ευρώ μεταξύ Αθήνας και Τελ Αβίβ για το πολυεπίπεδο σύστημα αεράμυνας «Ασπίδα του Αχιλλέα» . Η συμφωνία αυτή, που εκσυγχρονίζει ριζικά την ελληνική αεράμυνα και την αντιμετώπιση drones, στέλνει σαφές αποτρεπτικό μήνυμα στην Άγκυρα.
Η συνεργασία αυτή δεν είναι καινούργια. Εδράζεται σε πάνω από μία δεκαετία κοινών ενεργειακών πρότζεκτ, όπως το σχήμα «3+1» (με τη συμμετοχή των ΗΠΑ), η ίδρυση του Ενεργειακού Κέντρου Ανατολικής Μεσογείου (EMEC) τον Ιούνιο του 2026, αλλά και οι συνομιλίες για την ηλεκτρική διασύνδεση GREGY με την Αίγυπτο.
Η αντίδραση της Τουρκίας στην ενίσχυση αυτών των δεσμών υπήρξε έντονα στρατιωτικοποιημένη. Από τη στάθμευση μαχητικών F-16 στα κατεχόμενα της Κύπρου για πρώτη φορά και την παρενόχληση αεροσκαφών που μετέφεραν Ευρωπαίους υπουργούς Άμυνας, μέχρι τις δεκάδες παραβιάσεις του ελληνικού εναέριου χώρου και τη μεταφορά της 51ης Ταξιαρχίας Καταδρομών απέναντι από τη Σάμο, η Άγκυρα συντηρεί μια διαρκή τακτική κλιμάκωσης.
Στον αντίποδα, το «Σύμφωνο της Μέκκας» μεταξύ Τουρκίας, Πακιστάν και Σαουδικής Αραβίας εμφανίζει σοβαρές εσωτερικές αγκυλώσεις. Παρά τη ρήτρα αμοιβαίας άμυνας, η έλλειψη εμπιστοσύνης, οι παλιές περιφερειακές διαμάχες για την ηγεμονία στον σουνιτικό κόσμο, οι διαφορετικές προτεραιότητες (όπως η εστίαση του Πακιστάν στην Ινδία) και οι διαφωνίες ως προς τις σχέσεις με το Ισραήλ, καθιστούν το σύμφωνο ανεπαρκές.
Χαρακτηριστικό είναι ότι μετά από πρόσφατο πλήγμα των Χούθι στις εγκαταστάσεις της Aramco, το Ριάντ δεν επικαλέστηκε τη συνδρομή των νέων συμμάχων του.
Αναλυτές επισημαίνουν ότι η σύγκρουση αυτών των δύο σχημάτων δημιουργεί ένα κλασικό «δίλημμα ασφαλείας», το οποίο όμως είναι ασύμμετρο: Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιδιώκουν τη διατήρηση της διεθνούς νομιμότητας και των υφιστάμενων συνόρων, ενώ η Τουρκία επιζητεί την αναθεώρησή τους.
Υπό αυτό το πρίσμα, ο άξονας Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ προσφέρει ένα πολύ πιο αξιόπιστο πλαίσιο σταθερότητας. Η Ελλάδα, δαπανώντας πάνω από το 3% του ΑΕΠ της για την άμυνα και εντασσόμενη στο πρόγραμμα των F-35, αποτελεί κομβικό πυλώνα του ΝΑΤΟ στη νοτιοανατολική πτέρυγα, με τη Βάση της Σούδας να διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο στις αμερικανικές επιχειρήσεις.
Σύμφωνα με το Foundation for Defense of Democracies, η Ουάσιγκτον οφείλει να ενισχύσει έμπρακτα το σχήμα «3+1» —μέσω ταχείας έγκρισης των ισραηλινών μεταφορών τεχνολογίας, θεσμοθέτησης της αμυντικής συνεργασίας από το Κογκρέσο και ξεκάθαρης προειδοποίησης προς την Άγκυρα ότι αμερικανικοί εξοπλισμοί δεν θα γίνουν ανεκτοί ως μέσα εξαναγκασμού κατά συμμάχων.
Ένας ισχυρός και σαφώς οριοθετημένος αμυντικός άξονας με αμερικανική στήριξη είναι ο μόνος τρόπος να αποτραπούν υπολογιστικά λάθη και επικίνδυνες αερομαχίες στο Αιγαίο ή την Κύπρο, προσφέροντας προβλεψιμότητα προς όφελος όλων των πλευρών.