Η Κίνα έχει εξελιχθεί στον μεγαλύτερο αγοραστή ιρανικού αργού, απορροφώντας πάνω από το 80% των εξαγωγών πετρελαίου του Ιράν το 2025. Σύμφωνα με στοιχεία της Kpler, οι κινεζικές εισαγωγές ανήλθαν σε περίπου 1,38 εκατ. βαρέλια ημερησίως, ποσοστό που αντιστοιχεί στο 13%–14% των συνολικών θαλάσσιων εισαγωγών αργού της χώρας.
Οι μακροχρόνιες αμερικανικές κυρώσεις, που έχουν στόχο τον περιορισμό του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος, έχουν περιορίσει δραστικά τους αγοραστές του ιρανικού πετρελαίου, αφήνοντας την Κίνα ως έναν από τους ελάχιστους σταθερούς πελάτες. Το μεγαλύτερο μέρος των ποσοτήτων καταλήγει σε ανεξάρτητους κινεζικούς διυλιστές, γνωστούς ως «teapots», οι οποίοι δραστηριοποιούνται κυρίως στην επαρχία Σαντόνγκ και λειτουργούν με χαμηλά περιθώρια κέρδους. Αντίθετα, οι μεγάλες κρατικές πετρελαϊκές εταιρείες της Κίνας αποφεύγουν άμεσες εισαγωγές από το Ιράν από το 2018–2019, επιδιώκοντας να μειώσουν τον κίνδυνο κυρώσεων. Παράλληλα, ιρανικό πετρέλαιο συχνά μεταφορτώνεται ή επαναχαρακτηρίζεται μέσω τρίτων χωρών, όπως η Μαλαισία και η Ινδονησία, προκειμένου να παρακαμφθούν οι αμερικανικοί περιορισμοί.
Η εξάρτηση της Κίνας από το ιρανικό πετρέλαιο αντανακλά μια λεπτή ισορροπία μεταξύ ενεργειακής ασφάλειας και γεωπολιτικών πιέσεων. Το ιρανικό αργό διατίθεται με έκπτωση 8 έως 10 δολαρίων ανά βαρέλι σε σχέση με τις διεθνείς τιμές, γεγονός που το καθιστά ιδιαίτερα ελκυστικό για μικρότερους διυλιστές. Ωστόσο, αυτή η σχέση αυξάνει την έκθεση της Κίνας σε κινδύνους, καθώς μια ενδεχόμενη κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή ή αυστηρότερη εφαρμογή των κυρώσεων θα μπορούσε να διαταράξει τις ροές και να επηρεάσει τη λειτουργία των διυλιστηρίων.
Για το Ιράν, οι κινεζικές αγορές αποτελούν κρίσιμη πηγή εσόδων υπό το βάρος των κυρώσεων, ενώ για τις Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν σημείο τριβής στο πλαίσιο της πολιτικής πίεσης προς την Τεχεράνη και το Πεκίνο. Παράλληλα, κρίσιμες θαλάσσιες οδοί, όπως τα Στενά του Ορμούζ, συνιστούν δυνητικά σημεία συμφόρησης, με επιπτώσεις όχι μόνο για την Κίνα αλλά και για τις παγκόσμιες αγορές πετρελαίου.
Η στρατηγική του Πεκίνου συνδυάζει οικονομικό ρεαλισμό και αυξημένο ρίσκο. Η προμήθεια φθηνότερου ιρανικού πετρελαίου μειώνει σημαντικά το κόστος εισαγωγών και ενισχύει τη διαπραγματευτική του θέση έναντι προμηθευτών υπό κυρώσεις. Ταυτόχρονα, όμως, η αυξημένη εξάρτηση από έναν περιορισμένο και πολιτικά ευάλωτο προμηθευτή εντείνει την έκθεση σε γεωπολιτικές αναταράξεις και πιέσεις από τις ΗΠΑ. Μακροπρόθεσμα, η Κίνα ενδέχεται να χρειαστεί να εξισορροπήσει το οικονομικό όφελος με την ενεργειακή ασφάλεια, διευρύνοντας το χαρτοφυλάκιο προμηθευτών της, ενισχύοντας την ευελιξία των διυλιστηρίων της και επενδύοντας σε αποθέματα, ώστε να περιορίσει τους κινδύνους διακοπών στον εφοδιασμό.