Μετά από μια μακρά περίοδο θεσμικής «ασυλίας» και ευνοϊκών αποφάσεων, ο Ντόναλντ Τραμπ υπέστη μια ιστορική ήττα στο Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ. Η συντηρητική πλειοψηφία (6-3), που μέχρι πρότινος θεωρούνταν το ακλόνητο στήριγμα του Λευκού Οίκου, αποφάσισε να θέσει σαφή όρια στην εκτελεστική εξουσία, ακυρώνοντας τους σαρωτικούς δασμούς που είχε επιβάλει ο Πρόεδρος.
Το Σύνταγμα πάνω από τον Πρόεδρο
Η απόφαση, την οποία συνέταξε ο πρόεδρος του Δικαστηρίου Τζον Ρόμπερτς, βασίστηκε στη θεμελιώδη αρχή ότι η φορολογική εξουσία ανήκει αποκλειστικά στο Κογκρέσο. Το Δικαστήριο έκρινε ότι ο Τραμπ υπερέβη τις αρμοδιότητές του, επιβάλλοντας δασμούς χωρίς την απαραίτητη νομοθετική εξουσιοδότηση. Η εξέλιξη αυτή ανοίγει τον δρόμο για αποζημιώσεις σε περισσότερες από 300.000 επιχειρήσεις, οι οποίες διεκδικούν ποσά που αγγίζουν τα 170 δισεκατομμύρια δολάρια.
Η οργή του Λευκού Οίκου
Η αντίδραση του Τραμπ ήταν καταιγιστική. Επιτέθηκε με σφοδρότητα στους δικαστές —συμπεριλαμβανομένων και δικών του διορισμών— αποκαλώντας τους «υποτακτικούς» και «ανόητους», ενώ προειδοποίησε ότι η περίοδος της «καλής διαγωγής» του απέναντι στον θεσμό τελείωσε. Η ρήξη αυτή έρχεται σε συνέχεια προηγούμενων ενδείξεων «ανυπακοής» του Δικαστηρίου, όπως ο περιορισμός της εξουσίας του να αναπτύσσει την Εθνοφρουρά εντός των πόλεων.
Το μέλλον των θεσμικών ισορροπιών
Η απόφαση για τους δασμούς δεν είναι απλώς ένα οικονομικό πλήγμα, αλλά ένα ισχυρό θεσμικό μήνυμα. Το «Δικαστήριο Ρόμπερτς» δείχνει να επιχειρεί μια λεπτή ισορροπία:
Προστασία του Κογκρέσου: Δεν επιτρέπει την πλήρη παράκαμψη της νομοθετικής εξουσίας σε κρίσιμα οικονομικά ζητήματα.
Επερχόμενες μάχες: Στο μικροσκόπιο βρίσκονται πλέον οι προσπάθειες του Τραμπ για την καρατόμηση του διοικητή της Fed και την κατάργηση της ιθαγένειας εκ γεννήσεως.
Βρισκόμαστε σε μια νέα φάση στη σχέση εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας στις ΗΠΑ. Ο Τραμπ, έχοντας συνηθίσει σε ένα ποσοστό επιτυχίας 80% στις προσφυγές του, αντιλαμβάνεται τώρα ότι η συντηρητική σύνθεση του Δικαστηρίου δεν ισοδυναμεί με «λευκή επιταγή». Η ρήξη αυτή πιθανότατα θα τροφοδοτήσει την πολιτική του ρητορική περί «βαθέος κράτους», ενώ ταυτόχρονα επαναφέρει στο προσκήνιο το σύστημα των ελέγχων και ισορροπιών (checks and balances) που αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της αμερικανικής δημοκρατίας.