Οι οικονομικές κυρώσεις αποτελούν εδώ και δεκαετίες ένα από τα σημαντικότερα όπλα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Ωστόσο, η αποτελεσματικότητά τους στην άσκηση πίεσης σε αυταρχικά καθεστώτα και, κυρίως, στην πρόκληση πολιτικών αλλαγών αμφισβητείται ολοένα και περισσότερο.
Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ παρουσίασε την περασμένη εβδομάδα ένα νέο, ιδιαίτερα σκληρό πακέτο οικονομικών μέτρων κατά του Ιράν, το οποίο περιέγραψε ως μια «οικονομική D-Day». Στόχος της Ουάσιγκτον είναι να πιέσει την Τεχεράνη να αποκαταστήσει την ελεύθερη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ και να επιστρέψει στις διαπραγματεύσεις, έπειτα από έξι μήνες πολεμικής σύγκρουσης.
Στο πλαίσιο της λεγόμενης «Επιχείρησης Οικονομικός Παρίας», οι ΗΠΑ επιχειρούν να εντείνουν την οικονομική απομόνωση του Ιράν, αξιοποιώντας το χρηματοπιστωτικό και εμπορικό τους δίκτυο ως βασικό μοχλό πίεσης.
Ωστόσο, η προηγούμενη εμπειρία από την επιβολή κυρώσεων σε χώρες όπως η Κούβα, η Βόρεια Κορέα, η Βενεζουέλα, η Συρία και η Ρωσία καταδεικνύει ότι η οικονομική ασφυξία δεν οδηγεί κατ’ ανάγκη σε πολιτική υποχώρηση.
Αυταρχικά καθεστώτα έχουν αποδείξει ότι μπορούν να προσαρμόζονται στις πιέσεις, αναζητώντας εναλλακτικές εμπορικές και χρηματοδοτικές οδούς.
Η ανθεκτικότητα των καθεστώτων
Όπως επισημαίνουν ειδικοί, οι κυρώσεις είναι πιθανότερο να αποδώσουν όταν συνοδεύονται από στοχευμένη διπλωματική προσπάθεια. Η επιδείνωση των οικονομικών συνθηκών δεν μεταφράζεται αυτόματα σε πολιτική πίεση προς τις κυβερνήσεις, ιδιαίτερα όταν αυτές διαθέτουν μηχανισμούς καταστολής και μπορούν να μεταφέρουν μέρος του κόστους στον πληθυσμό.
Στην περίπτωση του Ιράν, η πολυετής εμπειρία από τις δυτικές κυρώσεις έχει οδηγήσει στη δημιουργία εναλλακτικών εμπορικών δικτύων και μηχανισμών χρηματοδότησης. Η συνεργασία με γειτονικές χώρες αλλά και με την Κίνα επιτρέπει στην Τεχεράνη να περιορίζει την εξάρτησή της από το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα που επηρεάζεται από τις ΗΠΑ.
Ανάλογη προσαρμογή έχει παρατηρηθεί και στην Κούβα. Παρά το αμερικανικό εμπάργκο που διαρκεί περισσότερες από έξι δεκαετίες και τις σοβαρές οικονομικές δυσκολίες, η κυβέρνηση της Αβάνας εξακολουθεί να διατηρεί τον έλεγχο, αξιοποιώντας μεταξύ άλλων τα εμβάσματα και την υποστήριξη της κουβανικής διασποράς.
Παράλληλα, ο κρατικός μηχανισμός εξακολουθεί να χρησιμοποιεί εκτεταμένους μηχανισμούς παρακολούθησης και καταστολής, περιορίζοντας τα περιθώρια οργανωμένης εσωτερικής αμφισβήτησης.
Βόρεια Κορέα και Ρωσία
Η Βόρεια Κορέα αποτελεί ένα ακόμη χαρακτηριστικό παράδειγμα. Παρά τις ιδιαίτερα αυστηρές διεθνείς κυρώσεις, η Πιονγκγιάνγκ έχει αναζητήσει εναλλακτικές πηγές εσόδων, μεταξύ άλλων μέσω της συνεργασίας με τη Ρωσία και δραστηριοτήτων στον κυβερνοχώρο.
Η μακροχρόνια έκθεση του πληθυσμού σε ελλείψεις έχει δημιουργήσει, παράλληλα, μηχανισμούς προσαρμογής σε ένα εξαιρετικά δύσκολο οικονομικό περιβάλλον.
Αντίστοιχη ανθεκτικότητα επέδειξε και η Ρωσία μετά την επιβολή των δυτικών κυρώσεων בעקבות της εισβολής στην Ουκρανία το 2022. Οι αρχικές εκτιμήσεις για δραματική συρρίκνωση της ρωσικής οικονομίας δεν επιβεβαιώθηκαν στον βαθμό που είχε προβλεφθεί.
Η Μόσχα ανακατεύθυνε σημαντικό μέρος των εμπορικών της συναλλαγών προς την Κίνα και άλλες μη δυτικές αγορές, περιορίζοντας τις συνέπειες των περιορισμών.
Ο Βλαντιμίρ Πούτιν εξακολουθεί να ελέγχει σταθερά το πολιτικό σύστημα της χώρας και να στηρίζει τη συνέχιση του πολέμου στην Ουκρανία. Από τη ρωσική πλευρά, οι δυτικές κυρώσεις παρουσιάζονται ως αποτυχημένη προσπάθεια ανάσχεσης της χώρας.
Για την Ουάσιγκτον, το βασικό ερώτημα είναι πλέον αν το Ιράν θα αποτελέσει εξαίρεση ή αν θα ακολουθήσει την ίδια πορεία προσαρμογής που έχουν χαράξει άλλα καθεστώτα υπό καθεστώς διεθνών κυρώσεων.
Η έκβαση της οικονομικής πίεσης αναμένεται να εξαρτηθεί όχι μόνο από το εύρος των μέτρων, αλλά και από την ικανότητα της Τεχεράνης να διατηρήσει εναλλακτικές εμπορικές και χρηματοπιστωτικές διεξόδους.