Το ιρανικό καθεστώς ως πηγή αστάθειας: Το σκεπτικό πίσω από τα σενάρια ανατροπής

 
ιραν

Πηγή Φωτογραφίας: Reuters

Ενημερώθηκε: 13/01/26 - 20:00

Για δεκαετίες, πολιτικοί και αναλυτές συζητούν πώς θα μπορούσε να καταρρεύσει το καθεστώς της Ισλαμικής Δημοκρατίας στο Ιράν. Πολύ λιγότερο, όμως, έχει τεθεί το ερώτημα αν θα έπρεπε να καταρρεύσει.

Για εκατομμύρια Ιρανούς που εγκατέλειψαν τη χώρα μετά την Ισλαμική Επανάσταση του 1979, το ζήτημα έχει έντονα προσωπική διάσταση. Υπενθυμίζουν ότι πριν από την άνοδο των αγιατολάχ, το Ιράν ήταν ένα κοσμικό κράτος με μεγαλύτερες κοινωνικές ελευθερίες, ειδικά για τις γυναίκες, με ανοιχτό προσανατολισμό προς τη Δύση και με οικονομική ανάπτυξη που τροφοδοτούνταν από τα έσοδα του πετρελαίου. Αντίθετα, όπως υποστηρίζουν, το σημερινό καθεστώς έχει οδηγήσει σε οικονομική παρακμή, καταστολή και διεθνή απομόνωση.

Η κριτική προς την Τεχεράνη δεν περιορίζεται σε ηθικά ζητήματα, όπως η επιβολή αυστηρής θρησκευτικής νομοθεσίας, οι εκτελέσεις αντιφρονούντων και η βίαιη καταστολή των γυναικών. Κατά τους επικριτές, το βασικό επιχείρημα είναι στρατηγικό: το Ιράν θεωρείται ο σημαντικότερος κρατικός υποστηρικτής τρομοκρατικών οργανώσεων παγκοσμίως, με δίκτυο συμμάχων και πληρεξουσίων από τον Λίβανο και τη Γάζα έως την Υεμένη και πέραν της Μέσης Ανατολής.

Σύμφωνα με αυτή την οπτική, επί τέσσερις δεκαετίες, οργανώσεις που συνδέονται με την Τεχεράνη έχουν εμπλακεί σε επιθέσεις εναντίον αμερικανικών στόχων, από τον Λίβανο έως το Ιράκ, γεγονός που καθιστά το Ιράν έναν από τους πλέον επικίνδυνους αντιπάλους των ΗΠΑ στη μεταπολεμική περίοδο. Παράλληλα, κατηγορείται ότι ανασυγκροτεί το πυρηνικό του πρόγραμμα, αναπτύσσει εκτεταμένο οπλοστάσιο πυραύλων και προμηθεύει τη Ρωσία με μη επανδρωμένα αεροσκάφη για τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Οι ενέργειες αυτές δεν είναι αποσπασματικές, αλλά μέρος μιας ενιαίας στρατηγικής με στόχο την αποδυνάμωση της αμερικανικής επιρροής και την αναδιαμόρφωση των περιφερειακών ισορροπιών. Αναλυτές υποστηρίζουν επίσης ότι καμία διπλωματική συμφωνία ή άρση κυρώσεων δεν οδήγησε σε αλλαγή συμπεριφοράς, ενώ αντίθετα ενίσχυσε τους Φρουρούς της Επανάστασης και τις εξωτερικές παρεμβάσεις του καθεστώτος.

Απέναντι στις ανησυχίες ότι μια ενδεχόμενη κατάρρευση θα προκαλούσε χάος ή εθνικιστική συσπείρωση υπέρ της κυβέρνησης, επισημαίνεται ότι εδώ και σχεδόν δύο δεκαετίες μεγάλα τμήματα της ιρανικής κοινωνίας συμμετέχουν σε επαναλαμβανόμενα κύματα διαδηλώσεων, απορρίπτοντας ανοιχτά τη θεοκρατική διακυβέρνηση. Κατά την ίδια ανάλυση, το καθεστώς διατηρείται κυρίως μέσω καταστολής και ελέγχου της πληροφόρησης και όχι μέσω λαϊκής νομιμοποίησης.

Οι υποστηρικτές αυτής της γραμμής τονίζουν ότι η στήριξη προς τον ιρανικό λαό δεν σημαίνει επιβολή δυτικού πολιτικού μοντέλου, αλλά ευθυγράμμιση της διεθνούς πολιτικής με τις απαιτήσεις ενός πληθυσμού που ζητά πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές. Παράλληλα, σημειώνουν ότι οργανωμένες δυνάμεις της ιρανικής αντιπολίτευσης στο εξωτερικό έχουν παρουσιάσει σχέδια μετάβασης για τη διακυβέρνηση και την οικονομική ανάκαμψη, επιχειρώντας να διασκεδάσουν τους φόβους περί πλήρους αποσταθεροποίησης.

Σε αυτό το πλαίσιο, υποστηρίζεται ότι ένα μετα-θεοκρατικό Ιράν, ακόμη και χωρίς να μετατραπεί άμεσα σε πλήρη δημοκρατία δυτικού τύπου, θα είχε ισχυρά κίνητρα να επικεντρωθεί στην εσωτερική ανασυγκρότηση αντί στη στήριξη ένοπλων οργανώσεων στο εξωτερικό, γεγονός που θα μπορούσε να συμβάλει σε αποκλιμάκωση των περιφερειακών εντάσεων.

Τέλος, προτείνεται μια στρατηγική αυξημένης πίεσης, που θα συνδυάζει οικονομικά μέτρα, διπλωματική απομόνωση, κυβερνοεπιχειρήσεις και πολιτική στήριξη προς τα αιτήματα της ιρανικής κοινωνίας, χωρίς άμεση στρατιωτική εισβολή. Κατά τους υποστηρικτές αυτής της άποψης, η διατήρηση του σημερινού καθεστώτος θεωρείται η βασική πηγή αστάθειας, τρομοκρατίας και πυρηνικού κινδύνου στη Μέση Ανατολή, και η διεθνής κοινότητα θα κριθεί τελικά από το αν θα επιλέξει να επιδιώξει ενεργά μια αλλαγή πορείας.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ