Το εκλογικό αδιέξοδο στο Ισραήλ φέρνει μπροστά στην Αθήνα και τη Λευκωσία ένα κρίσιμο ερώτημα: Εάν ο Γκάντι Άιζενκοτ σχηματίσει κυβέρνηση, θα συνεχίσει τη στενή συνεργασία με Ελλάδα και Κύπρο ή θα επιχειρήσει να τα βρει με την Τουρκία;
Μια πιθανή απάντηση είναι ότι μπορεί να επιδιώξει και τα δύο. Και το ζήτημα που προκύπτει είναι τι θα περιλαμβάνει μια πιθανή συμφωνία Ιερουσαλήμ-Άγκυρας και αν το τίμημά της θα αγγίζει τα συμφέροντα του Ελληνισμού σε Αθήνα και Λευκωσία.
Ο Άιζενκοτ δεν έχει δηλώσει ποτέ ότι σκοπεύει να απομακρυνθεί από την Ελλάδα και την Κύπρο. Γνωρίζει, άλλωστε, από πρώτο χέρι την αξία της αμυντικής συνεργασίας. Τον Φεβρουάριο του 2018, ως αρχηγός των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων, επισκέφθηκε την Ελλάδα και συναντήθηκε με τον Ευάγγελο Αποστολάκη, (αρχηγό τότε των ενόπλων δυνάμεων της χώρας μας), για την ενίσχυση των στρατιωτικών δεσμών Ελλάδας-Ισραήλ.
Η συνεργασία αυτή δεν ξεκινά και δεν τελειώνει στον Νετανιάχου. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι Αθήνα και Λευκωσία μπορούν να επαναπαυθούν. Χρειάζονται έγκαιρες επαφές με την πιθανή νέα ηγεσία, κοινά αμυντικά προγράμματα και πρόοδος στην ενεργειακή διασύνδεση, ώστε η σχέση να αποκτά συνεχώς μεγαλύτερη αξία και για Ελλάδα, Κύπρο και Ισραήλ.
Μια αλλαγή πρωθυπουργού, πιθανόν, θα μπορούσε να ανοίξει ευκολότερα την πόρτα στην Άγκυρα, παραμερίζοντας την έντονη προσωπική αντιπαράθεση Νετανιάχου-Ερντογάν. Έχει συμβεί ξανά το 2022, επί Λαπίντ, όταν οι διπλωματικές σχέσεις με την Τουρκία αποκαταστάθηκαν πλήρως. Και η Ουάσιγκτον θέλει να πέσουν οι τόνοι.
Τον Αύγουστο, ο τουρκόφιλος Αμερικανός απεσταλμένος Τομ Μπάρακ ανακοίνωσε προσπάθεια δημιουργίας διαύλου για την αποφυγή συγκρούσεων Ισραήλ-Τουρκίας-Συρίας. Άλλο, ωστόσο, η συνεννόηση και άλλο η σύμπτωση συμφερόντων.
Σύμφωνα με την Jerusalem Post, ο Άιζενκοτ θα μπορούσε να ανεχθεί περιορισμένη τουρκική παρουσία στη βόρεια Συρία, αλλά αντιτίθεται σε τουρκικές δυνάμεις κοντά στο Ισραήλ και σε ραντάρ ή αντιαεροπορικά συστήματα, που θα έδεναν τα χέρια της ισραηλινής αεροπορίας. Οι διαφορές με την Τουρκία δεν εξαντλούνται στην κακή χημεία δύο ηγετών!
Στις ήδη δύσκολες σχέσεις προστίθενται οι καταγγελίες του Λικούντ, για ξένη παρέμβαση στις εκλογές. Το κόμμα του Νετανιάχου ζήτησε έρευνα, καταγγέλλοντας χρηματοδότηση οργανώσεων, που κινητοποιούσαν Άραβες ψηφοφόρους.
Σύμφωνα με τον ισραηλινό τύπο, πίσω από τη χρηματοδότηση βρίσκονται Τουρκία και Χαμάς. Στόχος η αποδυνάμωσή του Νετανιάχου. Ο πρόεδρος της Κεντρικής Εκλογικής Επιτροπής έδωσε εντολή στην υπηρεσία εσωτερικής ασφάλειας του Ισραήλ «Σιν Μπετ» να ερευνήσει τις καταγγελίες για ξένη χρηματοδότηση και εκλογική δωροδοκία.
Στο Ιράν, πάντως, μια κυβέρνηση Άιζενκοτ δύσκολα θα άλλαζε τους βασικούς στόχους της Ιερουσαλήμ. Θα μπορούσε να επιλέξει διαφορετικό χρόνο ή τρόπο δράσης, με τις αμερικανικές αποφάσεις να βαραίνουν καθοριστικά.
Αλλά ούτε οι επαναληπτικές εκλογές θα έβαζαν την περιοχή σε αναμονή. Ο Νετανιάχου θα παρέμενε πρωθυπουργός και η μεταβατική κυβέρνηση, παρότι οφείλει να δείχνει αυτοσυγκράτηση, μπορεί να λάβει ακόμη και αποφάσεις πολέμου εφόσον το απαιτούν επείγουσες συνθήκες ασφαλείας.
Για Αθήνα και Λευκωσία, το στοίχημα είναι να έχουν ισχυρή θέση στις επιλογές κάθε ισραηλινής κυβέρνησης. Μια προσέγγιση Ισραήλ-Τουρκίας δεν σημαίνει από μόνη της ελληνική ζημιά. Το πρόβλημα θα αρχίσει εάν στηριχθεί σε παραχωρήσεις που θίγουν κυριαρχικά δικαιώματα ή ενεργειακά σχέδια Ελλάδας και Κύπρου. Γι’ αυτό οφείλουμε να συμμετέχουμε ενεργά στις συζητήσεις για την επόμενη μέρα στην περιοχή, πριν βρεθούν μπροστά σε συμφωνίες που θα έχουν κλείσει άλλοι..!
ΠΗΓΗ: tomanifesto.gr