Η ηγέτιδα της γαλλικής ακροδεξιάς, Μαρίν Λεπέν, ανακοίνωσε ότι θα είναι υποψήφια στις προεδρικές εκλογές του 2027, μετά την απόφαση του Εφετείου που επικύρωσε την καταδίκη της για υπεξαίρεση ευρωπαϊκών κονδυλίων, μειώνοντας ωστόσο τη διάρκεια της στέρησης των πολιτικών της δικαιωμάτων.
Μιλώντας στο τηλεοπτικό δίκτυο TF1, η Λεπέν δήλωσε ότι σκοπεύει να διεκδικήσει για τέταρτη φορά την προεδρία της Γαλλίας.
«Απόψε είμαι υποψήφια για την προεδρία της Δημοκρατίας», ανέφερε λίγες ώρες μετά τη δημοσιοποίηση της απόφασης του Εφετείου, η οποία της επιτρέπει να είναι υποψήφια στις εκλογές του 2027, καθώς η περίοδος στέρησης του δικαιώματος του εκλέγεσθαι λήγει πριν από την προεδρική αναμέτρηση.
Η επικεφαλής της Εθνική Συσπείρωση έχει διεκδικήσει ανεπιτυχώς την προεδρία της Γαλλίας τρεις φορές τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια και εκτιμά ότι η εκλογική της βάση δεν θα επηρεαστεί ουσιαστικά από τη δικαστική καταδίκη.
Το προηγούμενο διάστημα είχε δηλώσει ότι δεν θα ήταν υποψήφια εάν υποχρεωνόταν να φορέσει ηλεκτρονικό βραχιολάκι κατά την προεκλογική περίοδο, υποστηρίζοντας ότι κάτι τέτοιο θα δυσχέραινε την προεκλογική της εκστρατεία και θα έπληττε την αξιοπιστία της.
Το κόμμα της είχε ήδη αρχίσει να προετοιμάζεται για το ενδεχόμενο να εκπροσωπηθεί στις προεδρικές εκλογές από τον πρόεδρο της Εθνικής Συσπείρωσης, Ζορντάν Μπαρντελά.
Ωστόσο, η Λεπέν ανακοίνωσε ότι θα προσφύγει στο Cour de Cassation, υποστηρίζοντας ότι έως την έκδοση της τελικής απόφασης δεν θα υποχρεωθεί να φορέσει ηλεκτρονικό βραχιολάκι κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου, παρά το γεγονός ότι το Εφετείο αποφάσισε να εκτίσει έναν χρόνο της ποινής της υπό ηλεκτρονική επιτήρηση.
Με τη νέα απόφαση, η περίοδος στέρησης του δικαιώματος του εκλέγεσθαι μειώθηκε από 60 σε 45 μήνες, εκ των οποίων οι 30 μήνες τελούν υπό αναστολή. Επειδή η ποινή άρχισε να υπολογίζεται από την πρωτόδικη απόφαση του 2025, η Λεπέν έχει ήδη εκτίσει το υποχρεωτικό διάστημα αποκλεισμού των 15 μηνών, γεγονός που της επιτρέπει να συμμετάσχει στις προεδρικές εκλογές του 2027.
Το Εφετείο ανέφερε στο σκεπτικό του ότι, παρότι επικύρωσε την ενοχή της, έλαβε υπόψη και «την ελευθερία επιλογής των ψηφοφόρων, που αποτελεί προϋπόθεση για την έκφραση της δημοκρατικής βούλησης».
Παράλληλα, η ποινή φυλάκισης μειώθηκε σε τρία χρόνια, εκ των οποίων τα δύο με αναστολή και το ένα υπό ηλεκτρονική επιτήρηση, αντί των δύο ετών με ηλεκτρονικό βραχιολάκι που προέβλεπε η πρωτόδικη απόφαση.