Μια συνάντηση του Ντόναλντ Τραμπ με έναν ναύτη πριν από σχεδόν δέκα χρόνια φαίνεται πως βρίσκεται πίσω από μία από τις πιο αμφιλεγόμενες παρεμβάσεις του στον σχεδιασμό του αμερικανικού Πολεμικού Ναυτικού. Ο πρόεδρος ζητά επιστροφή σε μια τεχνολογία που έχει εγκαταλειφθεί εδώ και δεκαετίες και αμφισβητεί το σύγχρονο ηλεκτρομαγνητικό σύστημα εκτόξευσης αεροσκαφών.
Σύμφωνα με δημοσίευμα της WSJ, τον Αύγουστο ο Τραμπ έδωσε εντολή στο Ναυτικό να εξετάσει πώς θα μπορούσαν να επανέλθουν οι ατμοκίνητοι καταπέλτες (steam catapults), οι μηχανισμοί που εκτοξεύουν τα μαχητικά από το κατάστρωμα με την ταχύτητα που απαιτείται για την απογείωση.
Το παράδοξο είναι ότι οι στρατιωτικοί προσπαθούν να εξηγήσουν τις τεχνικές και οικονομικές συνέπειες, χωρίς να έχουν καταφέρει να εντοπίσουν τον άνθρωπο που φέρεται να τον έπεισε: έναν ναύτη με το όνομα Μπιλ Τζόουνς.
Ο «ειδικός στους καταπέλτες»
Ο Τραμπ έχει περιγράψει τον Τζόουνς ως «ειδικό στους καταπέλτες» που «υπηρέτησε στο Πολεμικό Ναυτικό επί 25 χρόνια και… αγαπά τη μυρωδιά του ατμού».
Η ηγεσία του Ναυτικού προσπάθησε να τον βρει, ώστε να μάθει τι ακριβώς είπε στον πρόεδρο και τον οδήγησε να ζητήσει αλλαγές σε ένα από τα ακριβότερα εξοπλιστικά προγράμματα στην ιστορία των ΗΠΑ.
Σύμφωνα με αξιωματούχους του υπουργείου Άμυνας, οι έρευνες δεν απέδωσαν. Ο ναύτης παραμένει άφαντος, ενώ οι συνέπειες της συνάντησης εξακολουθούν να απασχολούν το Ναυτικό.
Η αρχή της ιστορίας
Όλα ξεκίνησαν τους πρώτους μήνες της πρώτης θητείας του Τραμπ, όταν επισκέφθηκε στη Βιρτζίνια το USS Gerald R. Ford, το νεότερο αεροπλανοφόρο του στόλου και το μεγαλύτερο πολεμικό πλοίο στον κόσμο, με κόστος περίπου 19 δισ. δολάρια. Η κατασκευή του συνοδεύτηκε επί οκτώ χρόνια από προβλήματα, καθώς εγκαταστάθηκαν προηγμένα συστήματα που δεν είχαν δοκιμαστεί επαρκώς. Το πρόγραμμα καθυστέρησε και το κόστος ξεπέρασε κατά δισεκατομμύρια τον αρχικό προϋπολογισμό.
Κουρασμένος, όπως λέει, από τις δικαιολογίες των ναυάρχων, ο Τραμπ ζήτησε να μιλήσει με όσους χειρίζονται τον εξοπλισμό στην πράξη, δηλαδή με τους χειριστές των καταπελτών, και επέμεινε όταν του είπαν ότι δεν χρειάζεται.
Τότε, σύμφωνα με τον ίδιο, ένας ναύτης του είπε ότι το Ναυτικό έκανε λάθος εγκαταλείποντας τους δοκιμασμένους ατμοκίνητους καταπέλτες. Αν χαλάσει ένας ηλεκτρομαγνητικός, είπε, χρειάζονται ιδιοφυΐες από το MIT για να τον επισκευάσουν, ενώ ο ατμοκίνητος διορθώνεται με ένα σφυρί και ένα φλόγιστρο.
Παράγοντες της αμυντικής βιομηχανίας σημειώνουν ότι και οι δύο περιγραφές απλουστεύουν υπερβολικά τις τεχνικές απαιτήσεις. Στελέχη του Ναυτικού προσπάθησαν να εξηγήσουν στον Τραμπ γιατί επιλέχθηκε η ηλεκτρομαγνητική τεχνολογία και γιατί η επιστροφή στον ατμό θα προκαλούσε σοβαρές ανατροπές στον σχεδιασμό και την κατασκευή των πλοίων.
Τον Νοέμβριο του 2018, σε τηλεφωνική επικοινωνία για την Ημέρα των Ευχαριστιών με ναύτες του USS Ronald Reagan, που χρησιμοποιεί ατμοκίνητους καταπέλτες, ο Τραμπ ρώτησε τον κυβερνήτη για τη σύγκριση των δύο τεχνολογιών.
Ο τότε πλοίαρχος Πάτρικ Χάνιφιν, σήμερα αντιναύαρχος με την ευθύνη των ναυτικών δυνάμεων στον δυτικό Ειρηνικό και τον Ινδικό Ωκεανό, αναγνώρισε την αξιοπιστία του ατμού αλλά δήλωσε ότι προτιμά τους ηλεκτρομαγνητικούς. Όταν ο Τραμπ υποστήριξε ότι απαιτούνται γνώσεις επιπέδου Αϊνστάιν, ο Χάνιφιν απάντησε ότι το ίδιο ισχύει για τους πυρηνικούς αντιδραστήρες των πλοίων, που παρ' όλα αυτά λειτουργούν αποτελεσματικά. Ο πρόεδρος τη χαρακτήρισε «πολύ καλή απάντηση» και το θέμα υποχώρησε προσωρινά.
Από τις προεκλογικές ομιλίες στην επίσημη εντολή
Η υπόθεση επανήλθε όταν ο Τραμπ διεκδίκησε ξανά την προεδρία. Τον Ιανουάριο του 2024, σε προεκλογική συγκέντρωση στο Μέισον Σίτι της Αϊόβα, ανέφερε ονομαστικά τον Μπιλ Τζόουνς, και τον Φεβρουάριο του 2025, στην ορκωμοσία της Τάλσι Γκάμπαρντ ως διευθύντριας των Εθνικών Πληροφοριών, έφερε ξανά στο προσκήνιο το ζήτημα. Στους κύκλους της αμυντικής βιομηχανίας κυκλοφορούσαν φήμες για εκτελεστικό διάταγμα, όμως απόφαση δεν είχε ληφθεί μέχρι φέτος το καλοκαίρι.
Τον Αύγουστο ο Τραμπ υπέγραψε υπόμνημα εθνικής ασφάλειας, με το οποίο ζήτησε από το Ναυτικό να υπολογίσει το κόστος και το χρονοδιάγραμμα εγκατάστασης ατμοκίνητων καταπελτών και υδραυλικών ανελκυστήρων στο CVN 81, που αναμένεται να ενταχθεί στον στόλο το 2034. Το τελευταίο αμερικανικό αεροπλανοφόρο με ατμοκίνητους καταπέλτες ήταν το USS George H.W. Bush, το 2009, και έκτοτε η τεχνολογία έχει εγκαταλειφθεί.
Οι αντιρρήσεις και η αβεβαιότητα
«Οι ατμοκίνητοι καταπέλτες έχουν πάψει να παράγονται εδώ και δεκαετίες. Δεν τους κατασκευάζει πλέον κανείς», δήλωσε ο Χάντερ Στάιρς, ειδικός στη ναυτική στρατηγική και σύμβουλος του πρώην υπουργού Ναυτικού Κάρλος ντελ Τόρο. Η ηγεσία του Ναυτικού αποφεύγει να αμφισβητήσει ανοιχτά την επιλογή του προέδρου.
Ο αρχηγός των ναυτικών επιχειρήσεων, ναύαρχος Ντάριλ Κόντλ, είπε σε συνέδριο στο Ρίνο, σύμφωνα με το USNI News, ότι μια τέτοια αλλαγή θα απαιτούσε λεπτομερή αξιολόγηση του κόστους και θα σήμαινε σημαντική μεταβολή στον σχεδιασμό του πλοίου. Πρόσθεσε ότι δοκιμή του Φεβρουαρίου στους ηλεκτρομαγνητικούς εκτοξευτές του USS Gerald R. Ford έδειξε ότι υπερέχουν των ατμοκίνητων.
Αναλυτές και στελέχη της βιομηχανίας εκτιμούν ότι η ηλεκτρομαγνητική τεχνολογία μπορεί να αποδειχθεί αποτελεσματικότερη σε μελλοντικές επιχειρήσεις, αφού εκτοξεύει τόσο βαριά οπλισμένα όσο και μη επανδρωμένα αεροσκάφη. Ειδικοί στη ναυπήγηση προειδοποιούν ότι η επιστροφή στον ατμό θα μπορούσε να αφήσει το αμερικανικό Ναυτικό πίσω από την Κίνα.
Το αν η αλλαγή θα υλοποιηθεί παραμένει αβέβαιο. Το αεροπλανοφόρο δεν αναμένεται να ολοκληρωθεί πριν από το τέλος της θητείας του Τραμπ, ενώ οι Δημοκρατικοί ίσως αποκτήσουν τον έλεγχο ενός από τα δύο σώματα του Κογκρέσου στις ενδιάμεσες εκλογές, κάτι που θα μείωνε τις πιθανότητες. Παρ' όλα αυτά, το Ναυτικό προχωρά ήδη στον σχεδιασμό της εφαρμογής.
«Θα μπορούσε τελικά να πρόκειται για μια αλλαγή δισεκατομμυρίων δολαρίων, η οποία προέκυψε σε μεγάλο βαθμό από τη συνάντηση ενός και μόνο ναύτη με τον πρόεδρο», σχολίασε ο Μπράιαν Κλαρκ του Ινστιτούτου Hudson.
Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Τραμπ παρεμβαίνει προσωπικά σε μεγάλα έργα: έχει εμπλακεί στον σχεδιασμό του νέου Air Force One, στην ανάπτυξη μιας νέας κλάσης προηγμένων πολεμικών πλοίων και σε σχέδια για μια φουτουριστική βάση drones στην οροφή του Λευκού Οίκου.