Καθώς η αντιπαράθεση μεταξύ Ουάσινγκτον και Τεχεράνης βαθαίνει, ο Μοσάμπ Χασάν Γιουσέφ απευθύνει μια ωμή προειδοποίηση προς όσους αντιμετωπίζουν μια ενδεχόμενη στρατιωτική επέμβαση στο Ιράν ως ζήτημα περιορισμένων αεροπορικών πληγμάτων. Ο πρώην αξιωματούχος της Χαμάς, γιος του συνιδρυτή της οργάνωσης Χασάν Γιουσέφ και σήμερα ένας από τους πιο σκληρούς επικριτές των ισλαμιστικών καθεστώτων, περιγράφει ένα σενάριο που –όπως τονίζει– δεν έχει καμία σχέση με τις επεμβάσεις στο Ιράκ ή το Αφγανιστάν.
Σε εκτενή δημόσια τοποθέτησή του, ο Γιουσέφ μιλά για μια «ρεαλιστική ενημέρωση» γύρω από τους πραγματικούς κινδύνους ενός πολέμου με την Ισλαμική Δημοκρατία. Η ανάλυσή του ξεκινά από τη στρατιωτική πραγματικότητα του Ιράν: μια χώρα με περίπου 610.000 εν ενεργεία στρατιώτες, σχεδόν 190.000 μέλη του Σώματος των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης και έως 450.000 παραστρατιωτικούς των Μπασίτζ, αριθμοί που ανεβάζουν τη συνολική δύναμη σε επίπεδα άνω του ενός εκατομμυρίου μαχητών.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η αμερικανική αεροπορική και ναυτική υπεροχή είναι αδιαμφισβήτητη σε έναν συμβατικό πόλεμο. Όμως αυτό δεν σημαίνει αυτόματη επικράτηση. Οι ιρανικές δυνάμεις, όπως επισημαίνει, είναι βαθιά οχυρωμένες, ιδεολογικά προσανατολισμένες και διατεθειμένες να πολεμήσουν μέχρι τέλους. Δεν αποκλείει μάλιστα το ενδεχόμενο να στραφούν τόσο εναντίον του ίδιου του πληθυσμού όσο και εναντίον αμάχων σε ολόκληρη την περιοχή, αν αυτό εξυπηρετεί τη διατήρηση της εξουσίας του καθεστώτος.
Η πρόσφατη αιματηρή καταστολή των πανεθνικών διαδηλώσεων στο Ιράν, με χιλιάδες –και σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις δεκάδες χιλιάδες– νεκρούς, αποτελεί για τον Γιουσέφ σαφή απόδειξη αυτής της λογικής. Όπως σημειώνει, το καθεστώς έδειξε ότι είναι πρόθυμο να κρατήσει «όμηρο» έναν ολόκληρο λαό και να μετακυλίσει την ευθύνη για τις καταστροφικές συνέπειες μιας σύγκρουσης στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Στο στρατιωτικό πεδίο, ο Γιουσέφ υπογραμμίζει ότι οι αεροπορικές επιδρομές από μόνες τους δεν επαρκούν. Η πραγματική σύγκρουση θα απαιτούσε χερσαίες δυνάμεις και μακροχρόνιες αστικές μάχες, παρόμοιες με εκείνες στη Φαλούτζα, τη Χαν Γιουνίς ή το Αφγανιστάν. Ένα τέτοιο σενάριο θα οδηγούσε σε εκτεταμένες εξεγέρσεις, με το οικονομικό κόστος να φτάνει σε τρισεκατομμύρια δολάρια, χωρίς καμία εγγύηση τελικής νίκης.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί, σύμφωνα με την ανάλυση, το ιρανικό οπλοστάσιο πυραύλων. Χιλιάδες βαλλιστικοί πύραυλοι μικρού και μεσαίου βεληνεκούς μπορούν να πλήξουν αμερικανικές βάσεις στο Κατάρ (Αλ Ουντέιντ), στο Μπαχρέιν, στο Κουβέιτ και στο Ισραήλ. Ο Γιουσέφ υπενθυμίζει τον βομβαρδισμό του 2020 κατά της βάσης Αλ Άσαντ στο Ιράκ, καθώς και πιο πρόσφατα πλήγματα, υπογραμμίζοντας ότι το Ιράν δεν χρειάζεται μαζικά χτυπήματα: η συνεχής, χαμηλής έντασης παρενόχληση αρκεί για να εξαντλήσει στρατιωτικούς και πολιτικούς πόρους.
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και ο κίνδυνος ασύμμετρης απειλής μέσω drones, όπως επισημαίνεται και στο αγγλόφωνο σκέλος της ανάλυσης. Ειδικοί της άμυνας προειδοποιούν ότι το Ιράν διαθέτει χιλιάδες χαμηλού κόστους μη επανδρωμένα αεροσκάφη, ικανά να εξαπολύσουν επιθέσεις κορεσμού. Σύμφωνα με τον Κάμερον Τσελ, επικεφαλής εταιρείας τεχνολογίας drones, μαζικές εκτοξεύσεις τέτοιων UAVs θα μπορούσαν να υπερφορτώσουν ακόμη και τα πλέον σύγχρονα αμυντικά συστήματα των αμερικανικών πλοίων.
Τα drones αυτά, απλά αλλά μαζικά παραγόμενα και εξοπλισμένα με εκρηκτικές κεφαλές, προσφέρουν στο Ιράν έναν οικονομικά αποδοτικό τρόπο να απειλήσει πανάκριβα αμερικανικά μέσα, όπως ομάδες κρούσης αεροπλανοφόρων – μεταξύ αυτών και το USS Abraham Lincoln. Όπως τονίζεται, τα μεγάλα και σχετικά αργά πολεμικά πλοία αποτελούν ορατούς στόχους, γεγονός που ενισχύει την αποτελεσματικότητα της ασύμμετρης στρατηγικής.
Παράλληλα, ο Γιουσέφ επανέρχεται στον κομβικό ρόλο των Στενών του Ορμούζ, απ’ όπου διέρχεται περίπου το 20% της παγκόσμιας ημερήσιας παραγωγής πετρελαίου. Το Ιράν έχει τόσο την τεχνογνωσία όσο και το ιστορικό ναρκοθέτησης της περιοχής, γεγονός που θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρή και μακροχρόνια διαταραχή στο παγκόσμιο εμπόριο και στις αγορές ενέργειας.
Οι σύμμαχοι των ΗΠΑ στον Κόλπο –Σαουδική Αραβία, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και Κατάρ– θεωρούνται ιδιαίτερα ευάλωτοι. Προηγούμενες επιθέσεις έχουν ήδη αποδείξει πόσο εύκολα μπορεί να πληγεί η ενεργειακή τους υποδομή, με ενδεχόμενες ζημιές που θα απαιτούσαν χρόνια για να αποκατασταθούν.
Στο διεθνές επίπεδο, ο Γιουσέφ προειδοποιεί ότι Ρωσία και Κίνα παρακολουθούν στενά, έτοιμες να εκμεταλλευτούν μια παρατεταμένη σύγκρουση. Μέσω έμμεσης στήριξης και πολιτικών ελιγμών, θα μπορούσαν να παρατείνουν τον πόλεμο, αποδυναμώνοντας σταδιακά τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η «επόμενη μέρα» μετά από ένα αρχικό πλήγμα περιγράφεται ως χαοτική: έτοιμοι μηχανισμοί διαδοχής στο καθεστώς, παραστρατιωτικές ομάδες ενσωματωμένες στην κοινωνία, εκατομμύρια πιθανοί πρόσφυγες και καμία διεθνής δύναμη πρόθυμη να αναλάβει κατοχή ή ανοικοδόμηση. Ακόμη και ένα νέο καθεστώς, σημειώνει, θα μπορούσε να υπονομευθεί εκ των έσω μέσω δολοφονιών και αποσταθεροποίησης.
Από αμερικανικής πλευράς, οι περιορισμοί είναι επίσης εμφανείς: δεκάδες χιλιάδες στρατιώτες στην περιοχή, όλοι εκτεθειμένοι στα ιρανικά πυρά, και μια κοινή γνώμη κουρασμένη από ατελείωτους πολέμους. Μια πιθανή ενεργειακή κρίση και μαζικές αντιπολεμικές αντιδράσεις θα μπορούσαν να διαλύσουν γρήγορα την πολιτική στήριξη.
Συμπερασματικά, ο Γιουσέφ αναγνωρίζει ότι στοχευμένα πλήγματα ακριβείας είναι τεχνικά εφικτά. Ωστόσο, προειδοποιεί ότι το πραγματικό κόστος δεν βρίσκεται στην πρώτη φάση της σύγκρουσης, αλλά στο ντόμινο των συνεπειών: οικονομική αναταραχή, περιφερειακή αποσταθεροποίηση και ενίσχυση των εξτρεμιστών αν η αποστολή αποτύχει. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει, η φαινομενική καθυστέρηση στη λήψη αποφάσεων δεν είναι αναποφασιστικότητα, αλλά ψυχρός υπολογισμός για τις ζωές δεκάδων εκατομμυρίων ανθρώπων.
Οι αεροπορικές επιδρομές, καταλήγει, μπορεί να μοιάζουν εντυπωσιακές «σαν πυροτεχνήματα», όμως το επόμενο πρωί το γεωπολιτικό «hangover» θα είναι βαρύ – και θα αφορά ολόκληρο τον κόσμο.