Ενώ συνεχίζεται η καταμέτρηση των ψήφων στις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ, το πολιτικό ενδιαφέρον στρέφεται ήδη στην επόμενη μεγάλη αναμέτρηση, τις προεδρικές εκλογές του 2028, που θα αναδείξουν τον διάδοχο του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο.
Τα σημαντικά κέρδη των Δημοκρατικών στο Κογκρέσο δημιουργούν νέα δεδομένα και ενισχύουν την πολιτική τους δυναμική, χωρίς ωστόσο να προεξοφλούν την έκβαση της προεδρικής αναμέτρησης.
Άλλωστε, η ιστορία έχει δείξει ότι οι επιτυχίες στις ενδιάμεσες εκλογές δεν μεταφράζονται απαραίτητα σε νίκη δύο χρόνια αργότερα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Μπαράκ Ομπάμα, ο οποίος επανεξελέγη το 2012, παρά τις σημαντικές απώλειες των Δημοκρατικών στις εκλογές του 2010.
Παρότι κανένας πολιτικός δεν έχει ανακοινώσει επίσημα την πρόθεσή του να διεκδικήσει την προεδρία, οι διεργασίες έχουν ήδη ξεκινήσει στο παρασκήνιο. Την ίδια ώρα, οι δηλώσεις του αντιπροέδρου Τζέι Ντι Βανς για τα αίτια της εκλογικής ήττας των Ρεπουμπλικανών ερμηνεύονται ως προσπάθεια να τοποθετηθεί εγκαίρως στην αφετηρία της κούρσας για το 2028.
Τα αποτελέσματα της Τρίτης και η έκταση της εκλογικής επικράτησης των Δημοκρατικών ενδέχεται να επηρεάσουν σημαντικά τις ισορροπίες και τις υποψηφιότητες που θα διαμορφωθούν τα επόμενα δύο χρόνια.
Οι Δημοκρατικοί που ενισχύθηκαν και βλέπουν προς τον Λευκό Οίκο
Αρκετά στελέχη των Δημοκρατικών, τα οποία θεωρούνται πιθανοί διεκδικητές του προεδρικού χρίσματος, βγήκαν ενισχυμένα από την εκλογική αναμέτρηση.
Ο γερουσιαστής της Τζόρτζια, Τζον Όσοφ, πέτυχε ευρεία νίκη σε μια πολιτεία με έντονο εκλογικό ανταγωνισμό, την οποία είχε κερδίσει ο Τραμπ το 2024. Παρότι στο παρελθόν έχει αποκλείσει το ενδεχόμενο να διεκδικήσει την προεδρία, η επιτυχημένη προεκλογική του εκστρατεία και η αυξημένη προβολή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ενίσχυσαν την αναγνωρισιμότητά του σε εθνικό επίπεδο.
Ανάλογη πολιτική ώθηση απέκτησε και ο κυβερνήτης της Πενσιλβάνια, Τζος Σαπίρο, ο οποίος επικράτησε με άνεση του Ρεπουμπλικανού αντιπάλου του. Η απήχησή του σε μια από τις πλέον κρίσιμες πολιτείες για τις προεδρικές εκλογές θεωρείται σημαντικό πλεονέκτημα, αν αποφασίσει να διεκδικήσει το χρίσμα το 2028.
Στους πολιτικά ενισχυμένους συγκαταλέγεται και ο κυβερνήτης του Ιλινόι, Τζέι Μπι Πρίτσκερ, η προεκλογική εκστρατεία του οποίου αντιμετωπίστηκε από σχολιαστές ως μια άτυπη δοκιμασία ενόψει πιθανής προεδρικής υποψηφιότητας.
Από την πλευρά του, ο κυβερνήτης της Καλιφόρνιας, Γκάβιν Νιούσομ, επένδυσε πολιτικά στην έκβαση λαϊκής πρωτοβουλίας για τη φορολόγηση των εύπορων κατοίκων της πολιτείας, την οποία είχε προηγουμένως επικρίνει δημόσια.
Στο στρατόπεδο των Ρεπουμπλικανών, δύο πρόσωπα που βρίσκονται επίσης στο κάδρο των πιθανών υποψηφιοτήτων του 2028, ο γερουσιαστής Τομ Κότον και η κυβερνήτης του Άρκανσο, Σάρα Χάκαμπι Σάντερς, διατήρησαν τις θέσεις τους. Ωστόσο, τα ποσοστά τους ήταν χαμηλότερα σε σχέση με προηγούμενες αναμετρήσεις, καθώς αμφότεροι συγκέντρωσαν λίγο πάνω από το 50% σε μια παραδοσιακά συντηρητική πολιτεία.
Ο Βανς και οι στενοί συνεργάτες του Τραμπ υπό πίεση
Οι δημοσκοπήσεις εξόδου από τις κάλπες δείχνουν ότι σημαντικό μέρος της δυσαρέσκειας των ψηφοφόρων απέναντι στους Ρεπουμπλικανούς συνδέεται με τις επιλογές και τους χειρισμούς της κυβέρνησης Τραμπ.
Η εξέλιξη αυτή ενδέχεται να αποτελέσει σοβαρό εμπόδιο για στελέχη της σημερινής κυβέρνησης που φιλοδοξούν να διεκδικήσουν την προεδρία, όπως ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς και ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο.
«Το πρόσωπο που έχει πληγεί περισσότερο από αυτή την εκλογική αναμέτρηση είναι ο Βανς», εκτίμησε η Κάρεν Μπέκγουιθ, καθηγήτρια Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Case Western Reserve του Οχάιο.
Ο Αμερικανός αντιπρόεδρος επιχείρησε ήδη να αποσυνδέσει την προσωπική του πολιτική πορεία από την ήττα του κόμματος, αποδίδοντας μάλιστα σημαντικό μέρος της ευθύνης στον πόλεμο με το Ιράν. «Ο λόγος που χάσαμε είναι ο πόλεμος», έγραψε χαρακτηριστικά στην πλατφόρμα X.
Από την πλευρά του, ο Μάρκο Ρούμπιο έχει διαψεύσει τα δημοσιεύματα που τον θέλουν να εξετάζει την αποχώρησή του από το υπουργείο Εξωτερικών, προκειμένου να προετοιμάσει ενδεχόμενη υποψηφιότητα για το 2028.
Αντίθετα, πολιτικοί που δεν συμμετέχουν στον στενό κυβερνητικό πυρήνα του Τραμπ ενδέχεται να αποκτήσουν μεγαλύτερο περιθώριο κινήσεων. Ο γερουσιαστής Τεντ Κρουζ, ο οποίος δεν συμμετείχε στην εκλογική αναμέτρηση, άσκησε κριτική στους Ρεπουμπλικανούς, υποστηρίζοντας ότι αρκετοί πολιτικοί του κόμματος έδωσαν την εντύπωση πως αδιαφορούν για τις οικονομικές δυσκολίες των πολιτών.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο κυβερνήτης της Φλόριντα, Ρον ΝτεΣάντις, ο οποίος υπενθύμισε τις εκλογικές επιτυχίες των Ρεπουμπλικανών στην πολιτεία του, παρουσιάζοντάς τες ως παράδειγμα της στρατηγικής που θα μπορούσε να ακολουθήσει το κόμμα.
Η μάχη μεταξύ κεντρώων και αριστερής πτέρυγας στους Δημοκρατικούς
Στο εσωτερικό των Δημοκρατικών έχει ήδη ξεκινήσει η αντιπαράθεση για το ποια πολιτική κατεύθυνση οδήγησε στην εκλογική επιτυχία και ποια θα πρέπει να κυριαρχήσει στην πορεία προς το 2028.
Τόσο η προοδευτική όσο και η μετριοπαθής πτέρυγα επιχειρούν να αξιοποιήσουν τα αποτελέσματα για να ενισχύσουν τη δική τους πολιτική επιρροή. Σύμφωνα με τον Τζιμ Μεσίνα, πρώην σύμβουλο του Μπαράκ Ομπάμα, δεκάδες πολιτικά πρόσωπα έχουν ήδη αρχίσει να εξετάζουν το ενδεχόμενο συμμετοχής στην προεδρική κούρσα.
Η νίκη του Ελ-Σαγέντ στο Μίσιγκαν θεωρείται σημαντική εξέλιξη για την αριστερή πτέρυγα, καθώς έδειξε ότι υποψήφιοι με πιο προοδευτικό πολιτικό στίγμα μπορούν να επικρατήσουν σε πολιτείες όπου ο εκλογικός ανταγωνισμός είναι έντονος.
Στελέχη του προοδευτικού χώρου υποστηρίζουν πλέον ότι υποψήφιοι με σαφείς οικονομικές θέσεις και λαϊκιστικό πολιτικό λόγο, οι οποίοι βρίσκονται έξω από το παραδοσιακό κομματικό κατεστημένο, μπορούν να διεκδικήσουν με αξιώσεις την εξουσία. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Άνταμ Γκριν, συνιδρυτής της Επιτροπής για την Προοδευτική Αλλαγή, εκτιμά ότι διαμορφώνονται ευνοϊκές συνθήκες για πρόσωπα όπως η βουλευτής της Νέας Υόρκης, Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτέζ.
Ωστόσο, οι μετριοπαθείς Δημοκρατικοί δεν προτίθενται να παραχωρήσουν το προβάδισμα. Η κοινοβουλευτική ομάδα Blue Dog Caucus εξασφάλισε τουλάχιστον 14 επιπλέον έδρες, σχεδόν διπλασιάζοντας την παρουσία της στο Κογκρέσο.
Η εξέλιξη αυτή ενισχύει την άποψη ότι οι κεντρώοι υποψήφιοι, οι οποίοι προβάλλουν ένα πιο πραγματιστικό πολιτικό προφίλ και εμφανίζονται πρόθυμοι να συνεργαστούν ακόμη και με συντηρητικούς, μπορούν να προσελκύσουν ευρύτερα εκλογικά ακροατήρια.
Παράλληλα, η οικονομία και κυρίως το αυξημένο κόστος ζωής αναμένεται να παραμείνουν στην κορυφή της προεκλογικής ατζέντας. Η Αμιρά Σικιέρα, διευθύντρια ομοσπονδιακών υποθέσεων του Κόμματος των Εργαζόμενων Οικογενειών, επισημαίνει ότι οι υποψήφιοι που θα ξεχωρίσουν το 2028 θα πρέπει να συνδυάσουν τον οικονομικό λαϊκισμό με νέα ζητήματα, όπως η δημιουργία και η επέκταση των κέντρων δεδομένων (data centers).
Η μάχη για τους ισπανόφωνους ψηφοφόρους και οι νέες εκλογικές ισορροπίες
Ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα ενόψει του 2028 είναι η μεταβολή του εκλογικού χάρτη και η προσπάθεια των δύο κομμάτων να προσεγγίσουν ψηφοφόρους που δεν έχουν σταθερή κομματική προτίμηση.
Πολιτείες και περιοχές που θεωρούνταν παραδοσιακά ασφαλή προπύργια των Ρεπουμπλικανών εμφανίζουν πλέον μεγαλύτερη εκλογική ρευστότητα. Ενδεικτική είναι η περίπτωση του Τέξας, όπου η πολιτική εικόνα έχει μεταβληθεί, δημιουργώντας νέα δεδομένα για τη διεκδίκηση των 40 εκλεκτόρων της πολιτείας στις προεδρικές εκλογές του 2028.
Η πολιτική σχολιάστρια και πρώην υποψήφια για τη Γερουσία στην Καλιφόρνια, Κριστίνα Πασκούτσι, εκτιμά ότι τα αποτελέσματα των ενδιάμεσων εκλογών ανατρέπουν παγιωμένες αντιλήψεις για την εκλογική συμπεριφορά των Αμερικανών. Όπως σημειώνει, κανένα από τα δύο κόμματα δεν μπορεί πλέον να θεωρεί δεδομένη την υποστήριξη των παραδοσιακών εκλογικών του βάσεων.
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η στάση των ισπανόφωνων ψηφοφόρων, οι οποίοι είχαν συμβάλει στην εκλογική επικράτηση του Τραμπ το 2024, μαζί με σημαντικά τμήματα της εργατικής τάξης. Τα αποτελέσματα των ενδιάμεσων εκλογών, ωστόσο, δείχνουν ότι η συμμαχία αυτή παρουσιάζει πλέον σημάδια αποδυνάμωσης.
Η συντηρητική πολιτική σχολιάστρια και πρώην εκπρόσωπος της οργάνωσης Turning Point USA, Ντριένα Σίξτο, υποστηρίζει ότι οι Ρεπουμπλικανοί θα πρέπει να αναθεωρήσουν την επικοινωνιακή στρατηγική τους απέναντι στους ισπανόφωνους ψηφοφόρους, εάν θέλουν να ανακτήσουν την εμπιστοσύνη τους.
Όπως εξηγεί, στην προεκλογική εκστρατεία του 2024 το μήνυμα των Ρεπουμπλικανών επικεντρωνόταν στην ασφάλεια των κοινοτήτων και στην αντιμετώπιση της διακίνησης ανθρώπων. Μετά την ανάληψη της εξουσίας, ωστόσο, η επικοινωνιακή στρατηγική του Λευκού Οίκου έδωσε, κατά την εκτίμησή της, υπερβολική έμφαση στις απελάσεις, προκαλώντας ρήγμα στις σχέσεις του κόμματος με ένα σημαντικό τμήμα της εκλογικής του βάσης.
Η μάχη για το 2028 έχει, επομένως, ξεκινήσει πολύ πριν από την επίσημη ανακοίνωση των υποψηφιοτήτων. Οι Δημοκρατικοί καλούνται να αποφασίσουν ποια πτέρυγα θα καθορίσει την επόμενη ημέρα του κόμματος, ενώ οι Ρεπουμπλικανοί πρέπει να διαχειριστούν τις συνέπειες της εκλογικής υποχώρησης και να διαμορφώσουν τη μετατραμπική τους στρατηγική. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η διαδοχή του Τραμπ εξελίσσεται ήδη σε μια σύνθετη πολιτική αναμέτρηση.