Η Ευρωπαϊκή Ένωση καλείται να διαχειριστεί εκ νέου ένα από τα πιο ακανθώδη οικονομικά και νομικά ζητήματα που ανέκυψαν μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία: την απευθείας χρήση των δεσμευμένων ρωσικών κρατικών περιουσιακών στοιχείων για τη στήριξη του Κιέβου.
Σύμφωνα με δημοσίευμα των Financial Times, η Σουηδία, η Ολλανδία, η Ισπανία και η Πολωνία απευθύνουν κοινή επιστολή προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ζητώντας την επανεκκίνηση των τεχνικών και νομικών διαδικασιών για την αξιοποίηση του ίδιου του κεφαλαίου των ρωσικών assets.
Στο επίκεντρο βρίσκονται περισσότερα από 200 δισεκατομμύρια ευρώ σε ρωσικά κρατικά κεφάλαια, η πλειονότητα των οποίων παραμένει ακινητοποιημένη στον διεθνή οργανισμό διακανονισμού Euroclear στο Βέλγιο. Μέχρι σήμερα, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει περιοριστεί στην αξιοποίηση των τόκων και των έκτακτων κερδών που προκύπτουν από αυτά τα στοιχεία, όπως συνέβη για τη στήριξη του δανείου ύψους 50 δισεκατομμυρίων ευρώ μέσω των G7.
Ωστόσο, οι τέσσερις χώρες αναγνωρίζουν ότι η υφιστάμενη χρηματοδότηση δεν επαρκεί για να καλύψει τις τεράστιες στρατιωτικές και δημοσιονομικές ανάγκες της Ουκρανίας. Όπως σημείωσε η υπουργός Εξωτερικών της Σουηδίας, Maria Malmer Stenergard, η χρήση των ρωσικών κεφαλαίων συνιστά έναν δίκαιο και έξυπνο τρόπο για τη συνέχιση της άμυνας της Ουκρανίας, ώστε το οικονομικό βάρος να μην μεταφέρεται αποκλειστικά στους Ευρωπαίους φορολογουμένους, την ώρα που ορισμένα κράτη-μέλη μειώνουν τη διμερή τους βοήθεια.
Το κύριο εμπόδιο παραμένει το Βέλγιο, το οποίο εκφράζει έντονες επιφυλάξεις για τους δυσανάλογους νομικούς και χρηματοπιστωτικούς κινδύνους που μπορεί να επωμιστεί η Euroclear σε περίπτωση προσφυγών από τη Μόσχα. Παράλληλα, διατηρούνται οι ανησυχίες για τις επιπτώσεις στην αξιοπιστία του ευρώ και για το αν είναι νομικά επιτρεπτή η κατάσχεση κρατικής περιουσίας χωρίς τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή συμφωνία αποζημιώσεων.
Η πρωτοβουλία των τεσσάρων κρατών δεν συνεπάγεται οριστική απόφαση, αλλά αποτελεί έκκληση προς την Κομισιόν να προετοιμάσει το έδαφος ενόψει της επόμενης άτυπης συνάντησης των υπουργών Εξωτερικών, ενώ το θέμα αναμένεται να συνδεθεί και με τις ευρύτερες διαπραγματεύσεις για τον νέο πολυετή προϋπολογισμό της Ένωσης.