Ο Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος αναδείχθηκε σε κυρίαρχη πολιτική μορφή των Ηνωμένων Πολιτειών ασκώντας σφοδρή κριτική στους «ατέρμονους πολέμους» και στην εισβολή στο Ιράκ, φέρεται τώρα να εξετάζει σοβαρά το ενδεχόμενο μιας μεγάλης στρατιωτικής επιχείρησης κατά του Ιράν.
Δημοσιεύματα αμερικανικών μέσων κάνουν λόγο για εκτεταμένες προετοιμασίες, ακόμη και για πιθανό χτύπημα εντός του Σαββατοκύριακου, αν και –σύμφωνα με τις ίδιες πηγές– δεν έχει ληφθεί οριστική απόφαση.
Το CNN μετέδωσε ότι τον τελευταίο μήνα περίπου 250 αμερικανικά στρατιωτικά μεταγωγικά μετέφεραν εξοπλισμό σε βάσεις στη Μέση Ανατολή και την Ευρώπη, σε μια κινητοποίηση που συνδέεται με προετοιμασία επιχειρήσεων. Η Wall Street Journal αναφέρει ότι η συγκέντρωση αεροπορικής ισχύος στην περιοχή είναι η μεγαλύτερη από την εποχή της εισβολής στο Ιράκ, με την ανάπτυξη δύο αεροπλανοφόρων, μεταξύ αυτών και του πλέον σύγχρονου του αμερικανικού στόλου. Το Axios κάνει λόγο για σχεδιασμό σύγκρουσης «εβδομάδων», με ενδεχόμενες επιπτώσεις ακόμη και στη βιωσιμότητα του ιρανικού καθεστώτος.
Οι αγορές παρακολουθούν με ανησυχία: η τιμή του Brent ξεπέρασε τα 70 δολάρια το βαρέλι, αντανακλώντας φόβους για ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή. Την ίδια στιγμή, το Ηνωμένο Βασίλειο ξεκαθάρισε ότι δεν έχει εγκρίνει τη χρήση αμερικανικών βάσεων στο έδαφός του για επιχείρηση κατά της Τεχεράνης, επικαλούμενο ανησυχίες περί διεθνούς δικαίου.
Στο εσωτερικό των ΗΠΑ, ειδικοί εκφράζουν επιφυλάξεις για τον τρόπο λήψης αποφάσεων. Η Μάρα Ράντμαν, με προϋπηρεσία στον Λευκό Οίκο επί Μπιλ Κλίντον και Μπαράκ Ομπάμα, προειδοποιεί ότι η τελική εισήγηση που θα ακούσει ο πρόεδρος ενδέχεται να είναι καθοριστική, σε ένα περιβάλλον όπου –όπως υποστηρίζει– οι θεσμικές διαδικασίες εθνικής ασφάλειας έχουν αποδυναμωθεί. Αντίστοιχα, ο Έρικ Έντελμαν, πρώην υφυπουργός Άμυνας επί Τζορτζ Μπους του νεότερου, επισημαίνει τον κίνδυνο απωλειών και ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης, σημειώνοντας ότι μια επιχείρηση κατά του Ιράν δύσκολα θα ήταν σύντομη ή περιορισμένη.
Παράλληλα, συνεχίζονται έμμεσες διαπραγματεύσεις με διαμεσολάβηση του Ομάν, με τη συμμετοχή του Ιρανού ΥΠΕΞ Αμπάς Αραγκτσί και Αμερικανών αξιωματούχων. Η Ουάσιγκτον ζητεί από την Τεχεράνη αναστολή του εμπλουτισμού ουρανίου, ενώ το Ισραήλ φέρεται να πιέζει για πλήγμα στις βαλλιστικές δυνατότητες της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Η κυβέρνηση του Μπενιαμίν Νετανιάχου θεωρεί τη συγκυρία ευνοϊκή για στρατηγική ανατροπή των ισορροπιών.
Στο πεδίο, η ένταση κλιμακώνεται: ναυτικά γυμνάσια του Ιράν στα Στενά του Ορμούζ, κοινές ασκήσεις με Κίνα και Ρωσία, καθώς και προειδοποιήσεις από τον Ρώσο ΥΠΕΞ Σεργκέι Λαβρόφ για τον κίνδυνο πυρηνικού ατυχήματος και περιφερειακής αποσταθεροποίησης.
Με τις στρατιωτικές δυνάμεις σε ετοιμότητα και τη διπλωματία να συνεχίζεται, η απόφαση του Αμερικανού προέδρου αναμένεται να κρίνει αν η κρίση θα εκτονωθεί στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων ή θα οδηγηθεί σε μια νέα, απρόβλεπτη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή.